Παρά τη διεθνή γεωπολιτική ρευστότητα, η Ελλάδα είναι «καλύτερα τοποθετημένη από ποτέ» στη διεθνή σκακιέρα, σημείωσε η εκπρόσωπος τύπου της Νέας Δημοκρατίας και πρώην αναπληρώτρια υπουργός Περιβάλλοντος, Αλεξάνδρα Σδούκου, μιλώντας με το Newpost στο περιθώριο του συνεδρίου Athens Energy Summit 2026. Εκτίμησε ότι δεν υπάρχει λόγος για την εκπόνηση ενός Plan Β στα ενεργειακά εξαιτίας του επαναπροσδιορισμού της ευρωατλαντικής σχέσης, σημειώνοντας ότι η επιδίωξη της Ελλάδας να αποτελέσει προνομιακό εταίρο των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο ήδη φέρνει «απτά, μετρήσιμα και ξεκάθαρα» οφέλη για τη χώρα.
Η Αλεξάνδρα Σδούκου εξέφρασε την αισιοδοξία της για την επιτυχία του εγχειρήματος του Κάθετου Διαδρόμου, παρά το μικρό ενδιαφέρον της αγοράς κατά τις δύο πρώτες δημοπρασίες, σημειώνοντας ότι θα κληθεί πολύ άμεσα να καλύψει ένα πραγματικό εμπορικό και ενεργειακό κενό.
Στέλνοντας μήνυμα στην αντιπολίτευση, ανέφερε ότι η κυβέρνηση καλωσορίζει τον καλόπιστο και ουσιαστικό διάλογο για το ενεργειακό μέλλον της χώρας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ έχουν μπει σε μια πορεία, αν όχι σύγκρουσης, τουλάχιστον αναθεώρησης της σχέσης τους. Πως επηρεάζει αυτό τους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Ελλάδας; Υπάρχει plan B;
Καταρχάς, θέλω να υπογραμμίσω ότι δεν διακρίνω διάθεση οποιασδήποτε ουσιαστικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ Ας μην ξεχνάμε ότι το μεταπολεμικό στρατηγικό οικοδόμημα ασφάλειας, ανάπτυξης και ευημερίας κρατάει ήδη πάνω από οκτώ δεκαετίες και αποτελεί το πιο ασφαλές και σταθερό σημείο αναφοράς του 20ου και 21ου αιώνα. Η Ευρώπη και η Αμερική είναι σύμμαχοι, εταίροι και φίλοι. Οι δεσμοί που μας δένουν διαχρονικά είναι άρρηκτοι: προσήλωση στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, στην οικονομία της αγοράς, στην ειρήνη, την ανάπτυξη και την πρόοδο όχι μόνο των λαών μας αλλά όλου του πλανήτη.
Βέβαια, θα συμφωνήσω ότι η διεθνής γεωπολιτική ρευστότητα των τελευταίων ετών καθιστά έναν επαναπροσδιορισμό κάποιων επιμέρους διαστάσεων αυτής της άρρηκτης σχέσης αναγκαίο. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Θεωρώ ότι μέσα από τη διαδικασία αυτή μακροπρόθεσμα η στρατηγική θέση ΗΠΑ – ΕΕ θα βγει πιο δυνατή και, κυρίως, πιο ικανή να αντεπεξέλθει στις σύγχρονες διεθνείς προκλήσεις που, ας μην κρυβόμαστε, δεν είναι οι ίδιες με αυτές που υπήρχαν το 1945, το 1970 ή ακόμα και το 2000.
Ως προς το ρόλο της Ελλάδας μέσα σ’αυτή τη μεγάλη εικόνα, επιτρέψτε μου να τονίσω ότι είμαστε τοποθετημένοι καλύτερα από ότι υπήρξαμε ποτέ. Καταρχάς, μέσα από την υψηλού επιπέδου εξωτερική πολιτική που ασκούν οι Κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα είναι ταυτόχρονα από τις πιο ισχυρές φωνές εντός της ΕΕ, από τους πιο αξιόπιστους συμμάχους και συνομιλητές της άλλης πλευράς του Ατλαντικού αλλά και μια περιφερειακή δύναμη σταθερότητας και ανάπτυξης για την πιο «ευαίσθητη» περιοχή του πλανήτη. Τα παραδείγματα πολλά. Σας αναφέρω μόνο τα εξής: την εκλογή του Έλληνα υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών στην ηγεσία του Eurogroup σε επίπεδο ευρωπαϊκών θεσμών, την εκλογή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σε επίπεδο διεθνούς και περιφερειακού κύρους και την σχέση προνομιακού, αν όχι προτιμητέου, εταίρου των ΗΠΑ στην Νοτιοανατολική Ευρώπη και Ανατολική Μεσόγειο για τα ενεργειακά.
Ειδικά ως προς το τελευταίο, μιας και εκεί καταλήγει η ερώτησή σας, έχω να υπογραμμίσω μόνο την τεράστια επιτυχία της διοργάνωσης της πρόσφατης 6ης συνδιάσκεψης του Partnership for Transatlantic Energy Cooperation, του γνωστού σε όλους πλέον P-TEC. Έχοντας συμμετάσχει σε προηγούμενες συνδιασκέψεις και η ίδια επιβεβαιώνω εμφατικά αυτό που γράφτηκε και ειπώθηκε κατά κόρον τους προηγούμενους μήνες: ποτέ τόσοι πολλοί και τόσο υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Κυβέρνησης των ΗΠΑ δεν συγκεντρώθηκαν σε ένα μέρος για να συζητήσουν τόσο διεξοδικά το ενεργειακό μέλλον Ευρώπης και Αμερικής. Πιο σημαντικό, ποτέ δεν επέλεξαν τόσο ξεκάθαρα να επενδύσουν, τόσο στρατηγικά όσο και οικονομικά, σε μια συμμαχία με έναν περιφερειακό τους εταίρο. Ένα μήνυμα ξεκάθαρο που ελήφθη τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης.
Οπότε, επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι δεν έχει νόημα οποιαδήποτε συζήτηση για Plan B. Το Plan A, δηλαδή η ανάδειξη και διατήρηση της ηγετικής θέσης της Ελλάδας στην περιφέρεια, στην ΕΕ αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το σχέδιο δηλαδή που υλοποιεί ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση από το 2019 ως σήμερα με διορατικότητα, μεθοδικότητα και υψηλού επιπέδου διπλωματική στρατηγική, όχι απλά δουλεύει αλλά φέρνει και απτά, μετρήσιμα, ξεκάθαρα οφέλη στην πατρίδα.
Θυμίζω ότι ο στρατηγικός ενεργειακός μας σχεδιασμός, όπως αποτυπώνεται στα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα του 2019 και του 2024, συνίσταται στην ταχεία υλοποίηση της πράσινης μετάβασης με ταυτόχρονη χρήση του φυσικού αερίου ως «καυσίμου – γέφυρας» και την εκμετάλλευση των εγχώριων κοιτασμάτων αερίου εντός της τρέχουσας δεκαετίας. Αυτός ο στρατηγικός σχεδιασμός, που παραμένει σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, όχι απλά δεν επηρεάζεται αρνητικά αλλά αποδεικνύεται και το «ισχυρό χαρτί» για τη διεθνή αναβάθμιση της χώρας μας.
Τα αποτελέσματα των δημοπρασιών για τον Κάθετο Διάδρομο δεν έχουν ανταποκριθεί μέχρι στιγμής στις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν από τη σύνοδο της P-TEC του περασμένου Νοεμβρίου. Σε ποιες κινήσεις θα προχωρήσει η Αθήνα για να εξασφαλίσει την επιτυχία του εγχειρήματος; Δικαιολογείται η αισιοδοξία του υπουργείου Ενέργειας για θετικό αποτέλεσμα στις επόμενες δημοπρασίες;
Όσον αφορά τον Κάθετο Διάδρομο, πρόκειται για ένα πολυσύνθετο project με αμέτρητες τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους. Έχοντας εργαστεί γι’ αυτό ήδη από το προπαρασκευαστικό στάδιο του, μπορώ να σας πω ότι βρίσκεται σήμερα στο πιο καλό σημείο που είχε υπάρξει ποτέ.
Για να κατανοήσουμε την αξία του Κάθετου Διαδρόμου, αλλά και των «συνοδών έργων» που συνδέονται με αυτό, όπως τα υφιστάμενα και ενδεχομένως μελλοντικά τερματικά επαναεριοποίησης LNG, πρέπει να κατανοήσουμε δύο διαστάσεις του.
Κατά πρώτον, το κενό που καλείται να καλύψει. Εδώ λοιπόν βλέπουμε ότι η Ευρώπη όχι απλά παραμένει προσηλωμένη στο στόχο κατάργησης του ρωσικού αερίου σε συντομότατο χρονικό διάστημα αλλά δίνει και στην προσήλωση αυτή, πέρα από πολιτική διάσταση (όπως είχε γίνει αρχικά με το REPowerEU) και νομική δεσμευτικότητα. Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό είναι δε ότι δεν περιορίζεται στην επίφαση απαγόρευσης αλλά εστιάζει στην ουσία: το ότι έγινε αποδεκτή η παρέμβαση της Ελλάδας για «τεκμήριο» ρωσικής προέλευσης σε βάρος του αερίου που εισάγεται από τον Turkstream είναι, πέρα από τεράστια διπλωματική επιτυχία, και απόδειξη ότι η Ευρώπη δεν «μιλάει» απλά για απαγόρευση του ρωσικού αερίου αλλά το εννοεί. Με αυτό ως δεδομένο, ο Κάθετος Διάδρομος θα κληθεί πολύ άμεσα να καλύψει ένα πραγματικό εμπορικό και ενεργειακό «κενό» και, όπως ξέρουμε, «η φύση απεχθάνεται το κενό».
Κατά δεύτερον, το ποιους αφορά. Ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι εθνικό project. Εμπλέκει μια σειρά από κράτη, εντός και εκτός ΕΕ, με μια σειρά από ρόλους: κάποια ως διακομιστές, κάποια ως προμηθευτές, κάποια ως αποδέκτες/αγοραστές, κάποια με περισσότερους από έναν ρόλους. Το σημαντικότερο δε απ΄ όλα είναι ότι οι εμπλεκόμενοι επί της ουσίας βλέπουν τον Κάθετο Διάδρομο όχι ως μια συγκυριακή απάντηση στην αντιμετώπιση ενός συμπτώματος αλλά στην συστημική, δομική λύση σε μια στρατηγική αδυναμία της Ευρώπης: την μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια με οικονομικά βιώσιμους όρους.
Ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί έναν επανασχεδιασμό του ευρωπαϊκού ενεργειακού χάρτη, μια γραμμή κάθετη εκεί που οι γραμμές για δεκαετίες χαράσσονταν οριζόντια. Έτσι πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται, ανεξάρτητα από συγκυριακές εξελίξεις.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω και μια άλλη διάσταση. Ο επανασχεδιασμός αυτός του χάρτη χρειάζεται, πέραν των άλλων, και ευρωπαϊκή στήριξη. Δεν είναι ελληνικό έργο, δεν είναι καν έργο των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι Διαχειριστές των οποίων υπέγραψαν το Μνημόνιο για τον Κάθετο Διάδρομο πριν δυο χρόνια. Χρειάζεται ακόμα εντονότερη θεσμική αναγνώριση αλλά και οικονομική υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό συνεχίζονται, και είμαι σίγουρη ότι θα ενταθούν, οι προσπάθειες της Ελληνικής Κυβέρνησης και δεν έχω αμφιβολία ότι το τελικό αποτέλεσμα θα στεφθεί με απόλυτη επιτυχία.
Ποια είναι τα περιθώρια συνεννόησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης στον τομέα της Ενέργειας; Αν τους καλούσατε σε συνεννόηση, τι θα τους λέγατε;
Πάντα υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης αν προηγουμένως υπάρχει καλόπιστη διάθεση συζήτησης. Η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας έχει αποδείξει ότι επιδιώκει τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις και κάνει οτιδήποτε μπορεί για να τις επιτύχει.
Η λέξη κλειδί εδώ είναι φυσικά το «καλόπιστη». Φοβάμαι ότι αυτή η καλή πίστη, απαραίτητο συστατικό οποιασδήποτε συνεννόησης, δεν απαντά στο λόγο και τις πράξεις της αντιπολίτευσης. Αυτό το έζησα από πρώτο χέρι ειδικά στο κομμάτι της ενέργειας, που ήταν και ο τομέας ευθύνης μου για πεντέμισι περίπου χρόνια, τόσο στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου όσο και στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Δείτε κάποια παραδείγματα. Η αντιπολίτευση μας κατηγορεί ότι ήταν λάθος η απεξάρτηση από το λιγνίτη, ενώ αποδεικνύεται ότι ο λιγνίτης είναι το ακριβότερο, πέρα από ρυπογόνο, καύσιμο και ότι, αν δεν είχαμε πολύ άμεσα και πολύ γρήγορα, αποφασίσει την απολιγνιτοποίηση, οι τιμές θα είχαν εκτοξευτεί. Ότι δεν τρέχουμε αρκετά γρήγορα την ενεργειακή μετάβαση, όταν είμαστε σταθερά μέσα στις πρώτες τρεις χώρες της Ευρώπης σε ενέργεια από ΑΠΕ, πάνω από 60% σταθερά τα τελευταία χρόνια. Ότι υποβαθμίζουμε το περιβάλλον με τα πολλά αιολικά και φωτοβολταϊκά, όταν αυτά αντικαθιστούν πολύ πιο επιβαρυντικές μονάδες θερμικής παραγωγής και παρέχουν καθαρή, σταθερή και φτηνή ενέργεια. Ότι εξαρτόμαστε σε υπερβολικό βαθμό από το φυσικό αέριο, όταν αυτό αποτελεί το βασικό «καύσιμο γέφυρα» για την απανθρακοποίηση της οικονομίας με ταυτόχρονη διατήρηση ενεργειακής ασφάλειας. Ότι έχουμε «τις ακριβότερες τιμές στην Ευρώπη» όταν σταθερά είμαστε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην χονδρική. Ότι ευνοούμε «τα καρτέλ ενέργειας» όταν στην ενεργειακή κρίση επιβάλαμε πλαφόν στις τιμές χονδρικής και φορολογήσαμε τα υπερκέρδη. Ότι αυξάνουμε την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας όταν έχουμε γίνει για πρώτη φορά καθαροί εξαγωγείς ηλεκτρισμού και ποτέ δεν είμασταν πιο κοντά στην υλοποίηση του «ελληνικού ονείρου» της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων του Αιγαίου και του Ιονίου.
Φοβάμαι ότι η αντιπολίτευση, με εξαίρεση ίσως ένα ή δύο ζητήματα και κάποιες λίγες νηφάλιες φωνές, δεν επιθυμεί την ουσιαστική συνεννόηση για μια στρατηγική συναίνεση στο ενεργειακό μας μέλλον, αλλά περιορίζεται στις λαϊκίστικες εξάρσεις και τους βερμπαλισμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρα από ατάκες και λεκτικά πυροτεχνήματα, τίποτα ουσιαστικό δεν έχουν προσφέρει στο δημόσιο διάλογο ως ολοκληρωμένη πρόταση στο θέμα της ενέργειας.
Παρόλα αυτά, δεν σταματώ να ελπίζω ότι οι σοβαρές και νηφάλιες φωνές που υπάρχουν μετά βεβαιότητας και στην αντιπολίτευση (έστω κι αν «καταπνίγονται» από τους πιο βροντόφωνους, αλλά πολύ λιγότερο ουσιαστικούς, συναδέλφους τους) θα εστιάσουν στο να ασκούν εποικοδομητική κριτική και θα προσέλθουν σε καλόπιστο και ουσιαστικό διάλογο, κάτι που εμείς όχι απλώς διαχρονικά επιθυμούμε αλλά και καλωσορίζουμε!
