Αντιρρήσεις στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντικαταστήσει το ισχύον ανώτατο όριο τιμών του ρωσικού πετρελαίου με πλήρη απαγόρευση των υπηρεσιών που σχετίζονται με τη μεταφορά του εκφράζουν η Ελλάδα και η Μάλτα, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg. Οι δύο χώρες διατύπωσαν τις ανησυχίες τους κατά τη διάρκεια συνάντησης των πρεσβευτών της ΕΕ που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα (9.2.2026), όπου παρουσιάστηκε το τελευταίο πακέτο κυρώσεων της Ένωσης. Όπως ανέφεραν οι ίδιες πηγές, Αθήνα και Βαλέτα φοβούνται ότι μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για τον ευρωπαϊκό ναυτιλιακό τομέα όσο και για το κόστος της ενέργειας.
Παράλληλα, Ελλάδα και Μάλτα ζήτησαν περισσότερες διευκρινίσεις σχετικά με τις προτάσεις που αφορούν την επιβολή κυρώσεων σε λιμάνια τρίτων χωρών τα οποία διακινούν ρωσικό πετρέλαιο, καθώς και για τα μέτρα ενίσχυσης της εποπτείας στις πωλήσεις πλοίων, με στόχο τον περιορισμό του αριθμού των σκαφών που καταλήγουν στον ρωσικό στόλο. Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης της Μάλτας στις Βρυξέλλες, Νέστορας Λαϊβιέρα, δήλωσε ότι η χώρα του «συμμετέχει στις τεχνικές συζητήσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το τελικό πλαίσιο θα είναι εφαρμόσιμο».
Την προηγούμενη εβδομάδα, η Κομισιόν πρότεινε την κατάργηση του υφιστάμενου μηχανισμού ανώτατης τιμής στις πωλήσεις ρωσικού πετρελαίου και την αντικατάστασή του με απαγόρευση των ασφαλιστικών και μεταφορικών υπηρεσιών που απαιτούνται για τη διακίνησή του. Η πρόταση αυτή, που επηρεάζει άμεσα ασφαλιστικές εταιρείες και παρόχους μεταφορών, αντανακλά τις δυσκολίες του υφιστάμενου συστήματος να περιορίσει ουσιαστικά τα έσοδα της Μόσχας από το πετρέλαιο. Αποτελεί τον βασικό άξονα του 20ού πακέτου κυρώσεων της ΕΕ, το οποίο στοχεύει τη Ρωσία για την πλήρους κλίμακας εισβολή της στην Ουκρανία, η οποία διανύει πλέον τον πέμπτο χρόνο. Η εφαρμογή του μέτρου προϋποθέτει τη στήριξη των χωρών της Ομάδας των Επτά, οι οποίες είχαν υιοθετήσει από κοινού το ανώτατο όριο τιμών στα τέλη του 2022. Ωστόσο, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην προτεινόμενη αλλαγή παραμένει ασαφής, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές. Υπενθυμίζεται ότι η ΕΕ είχε εφαρμόσει στο παρελθόν απαγορεύσεις σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, πριν από την εισαγωγή του μηχανισμού ανώτατης τιμής.
