Την ισχυρή θωράκιση και τη σταθερότητα που επιδεικνύει η ελληνική οικονομία απέναντι στις διεθνείς κρίσεις επισημαίνει με τον πλέον επίσημο τρόπο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ολοκληρώνοντας τη διαβούλευση του άρθρου 4. Στην έκθεση των συμπερασμάτων του, που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη, 28 Μαΐου 2026, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα κατάφερε να αντιμετωπίσει το ισχυρό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή έχοντας εξασφαλίσει ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις και το ενεργειακό κόκτος αποτελούν σημαντικό σκόπελο, ωστόσο η υλοποίηση του προγράμματος Next Generation EU (Ταμείο Ανάκαμψης) προσφέρει ισχυρά αναχώματα, με τον ρυθμό ανάπτυξης για το 2026 να προβλέπεται στο 1,8%.
Το «όπλο» κατά της φοροδιαφυγής και η μείωση του χρέους
Ένα από τα πλέον θετικά σημεία της αξιολόγησης αφορά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο εγχώριο μέτωπο των εσόδων. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ εξήρε τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, οι οποίες οδήγησαν στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στη συρρίκνωση της παραοικονομίας. Η εξέλιξη αυτή, όπως σημειώνεται, έδωσε τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο στην κυβέρνηση ώστε να εφαρμόσει στοχευμένα μέτρα στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η κοινωνική αυτή γραμμή άμυνας επετεύχθη παράλληλα με τη διασφάλιση μιας ταχείας και διατηρήσιμης μείωσης του δημόσιου χρέους, γεγονός που αποκαθιστά πλήρως τη φορολογική αξιοπιστία της χώρας.
Χαμηλοί κίνδυνοι για τις τράπεζες, αλλά μεσοπρόθεσμα φρένο
Στο πεδίο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το Πρόγραμμα Αξιολόγησης (FSAP) του 2026 –το πρώτο που διενεργείται για τη χώρα μας από το μακρινό 2006– έδειξε ότι οι συστημικοί κίνδυνοι παραμένουν χαμηλοί και πλήρως διαχειρίσιμοι. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ανθεκτικότητα στα stress tests, αν και το Ταμείο συνιστά στενή παρακολούθηση και περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων τους.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι μεσοπρόθεσμα ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να υποχωρήσει στο 1,5%. Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται σε δομικά προβλήματα, με κυριότερα τη μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, τη χαμηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και την αργή άνοδο της παραγωγικότητας.
Οι συστάσεις για τις μεταρρυθμίσεις και τη στέγαση
Για τη διατήρηση της κεκτημένης σταθερότητας, το ΔΝΤ τονίζει την ανάγκη να συνεχιστεί η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων και να τρέξουν χωρίς καθυστερήσεις τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι Εκτελεστικοί Διευθυντές προτρέπουν την Αθήνα να επικεντρωθεί στην ψηφιακή μετάβαση και στη μείωση των διοικητικών βαρών, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται, τέλος, και στην κοινωνική πολιτική, με το Ταμείο να χαιρετίζει τις προσπάθειες για την ενεργειακή ασφάλεια και να συνιστά τη λήψη συνδυαστικών μέτρων στη στεγαστική πολιτική, με στόχο την αποτελεσματική κινητοποίηση της υπάρχουσας προσφοράς και τη βελτίωση της προσβασιμότητας των πολιτών σε φθηνή στέγη.
