Ο πληθωρισμός εξαφάνισε 23 δισ. ευρώ από την αγοραστική δύναμη των καταθέσεων, η σιωπηλή τιμωρία μιας μεσαίας τάξης που έκανε όσα της έλεγαν ότι είναι σωστά Δεν άνοιξε κανένα χρηματοκιβώτιο. Δεν παραβιάστηκε κανένας τραπεζικός λογαριασμός. Δεν εμφανίστηκε κουκουλοφόρος μπροστά σε κάποιο γκισέ. Κι όμως, μέσα σε τέσσερα χρόνια, από το 2022 έως το 2025, οι καταθέσεις των Ελλήνων έχασαν περισσότερα από 23 δισ. ευρώ αγοραστικής δύναμης.
Τα χρήματα υπάρχουν ακόμη στους λογαριασμούς. Μόνο που αγοράζουν πολύ λιγότερα. Αυτή είναι η πιο αθόρυβη ληστεία, εκείνη που δεν αφαιρεί τα ευρώ, αλλά την αξία τους. Δεν προκαλεί συναγερμό, δεν καταγράφεται σε αστυνομικό δελτίο και δεν δημιουργεί εντυπωσιακές εικόνες. Αποκαλύπτεται μόνο όταν ο καταθέτης επιχειρεί να χρησιμοποιήσει όσα μάζευε επί χρόνια και διαπιστώνει ότι το οικονομικό του «μαξιλάρι» έχει γίνει αισθητά λεπτότερο.
Σύμφωνα με τη σχετική αποτίμηση, ο πληθωρισμός της περιόδου 2022–2025, σε συνδυασμό με τις χαμηλές αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων, αφαίρεσε πάνω από 23 δισ. ευρώ πραγματικής αξίας από τις αποταμιεύσεις των ελληνικών νοικοκυριών. Η απώλεια αφορά την αγοραστική δύναμη και όχι την ονομαστική μείωση των καταθέσεων.
Ο αριθμός είναι τεράστιος. Αντιστοιχεί σε πολλά πακέτα ΔΕΘ, σε ολόκληρους ετήσιους προϋπολογισμούς κρίσιμων υπουργείων και σε πολλαπλάσια των ενισχύσεων που επιστρέφουν κάθε φορά στους πολίτες με τη μορφή επιδομάτων.
Αλλά για αυτή την απώλεια δεν στήνονται κυβερνητικές παρουσιάσεις. Δεν υπάρχουν δεσμεύσεις αποκατάστασης. Δεν ακούγεται καν η λέξη «αποζημίωση». Γιατί ο πληθωρισμός έχει ένα βολικό πολιτικό χαρακτηριστικό: ζημιώνει τους πάντες, αλλά δεν στέλνει λογαριασμό σε κανέναν συγκεκριμένο.
Η τιμωρία του συνετού
Το πιο εξοργιστικό είναι ποιοι πλήρωσαν περισσότερο. Δεν ήταν οι μεγάλοι επενδυτές που είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν τα χρήματά τους σε ακίνητα, μετοχές, ομόλογα ή άλλες τοποθετήσεις. Δεν ήταν όσοι διαθέτουν εξειδικευμένους συμβούλους και μπορούν να προσαρμόζουν το χαρτοφυλάκιό τους στις μεταβολές του πληθωρισμού και των επιτοκίων. Ήταν κυρίως οι απλοί καταθέτες. Ο μισθωτός που κρατούσε λίγες χιλιάδες ευρώ για ώρα ανάγκης. Ο συνταξιούχος που δεν εμπιστευόταν κανένα επενδυτικό προϊόν. Η οικογένεια που αποταμίευε για τις σπουδές του παιδιού. Ο ελεύθερος επαγγελματίας που διατηρούσε ένα ποσό ασφαλείας για την επόμενη κρίση. Οι άνθρωποι που, ύστερα από μια δεκαετία μνημονίων, πανδημίας και ενεργειακής ανασφάλειας, δεν αναζητούσαν υψηλές αποδόσεις. Αναζητούσαν απλώς ασφάλεια.
Έκαναν δηλαδή ακριβώς αυτό που επί χρόνια τούς συμβούλευαν το κράτος, οι τράπεζες και κάθε εγχειρίδιο οικογενειακής οικονομίας, να μην καταναλώνουν όλα όσα κερδίζουν, να μην υπερδανείζονται και να φυλάσσουν κάτι για μια δύσκολη στιγμή. Και τελικά τιμωρήθηκαν για τη σύνεσή τους. Το μήνυμα που εξέπεμψε στην πράξη το ελληνικό οικονομικό σύστημα ήταν απλό, έβαλες λεφτά στην άκρη; Κακώς. Έπρεπε να αγοράσεις ακίνητο, να επενδύσεις στο χρηματιστήριο ή να γνωρίζεις πώς λειτουργεί η αγορά ομολόγων.
Μόνο που μια οικονομία στην οποία ο πολίτης πρέπει να γίνει επαγγελματίας επενδυτής απλώς για να προστατεύσει τις οικονομίες του δεν είναι μια οικονομία που λειτουργεί για τον μέσο άνθρωπο.
Οι τράπεζες κέρδισαν δύο φορές
Την ίδια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός έτρωγε την αξία των καταθέσεων, τα επιτόκια των δανείων αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα από τις αποδόσεις που προσφέρονταν στους καταθέτες.
Ο δανειολήπτης αισθάνθηκε γρήγορα την άνοδο των επιτοκίων στη μηνιαία δόση του. Ο καταθέτης, αντιθέτως, περίμενε πολύ περισσότερο για να δει μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή απόδοση. Και όταν αυτή εμφανίστηκε, αφορούσε κυρίως προθεσμιακές καταθέσεις, μεγαλύτερα ποσά ή προϊόντα με συγκεκριμένους περιορισμούς.
Η ψαλίδα ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα για το τραπεζικό σύστημα. Οι τράπεζες χρέωναν ακριβότερα το χρήμα που δάνειζαν, χωρίς να αμείβουν αντίστοιχα το χρήμα που τους εμπιστεύονταν οι πολίτες.
Όλα αυτά μπορεί να είναι απολύτως νόμιμα. Μπορεί να εξηγούνται από το κόστος κινδύνου, τη δομή της αγοράς ή την υψηλή ρευστότητα των τραπεζών. Δεν παύουν, όμως, να αποκαλύπτουν μια βαθιά στρέβλωση: το τραπεζικό σύστημα ζητεί από τον πολίτη εμπιστοσύνη, αλλά προσφέρει ως αντάλλαγμα απόδοση που συχνά δεν προστατεύει ούτε την πραγματική αξία των χρημάτων του.
Οι τράπεζες εξυγιάνθηκαν με μεγάλο κοινωνικό κόστος, απαλλάχθηκαν σε σημαντικό βαθμό από τα κόκκινα δάνεια και επέστρεψαν σε υψηλή κερδοφορία. Είναι επομένως εύλογο να ερωτώνται αν η εξυγίανσή τους θα μεταφραστεί κάποτε σε πιο δίκαιη μεταχείριση των πελατών τους και όχι μόνο σε προμήθειες, ακριβά δάνεια και φθηνές καταθέσεις.
Ο αόρατος φόρος του πληθωρισμού
Ο πληθωρισμός λειτουργεί σαν φόρος, με μία κρίσιμη διαφορά: δεν είναι προοδευτικός. Δεν λαμβάνει υπόψη το εισόδημα, την οικογενειακή κατάσταση ή την οικονομική δυνατότητα του πολίτη. Αφαιρεί αγοραστική δύναμη από όλους, αλλά πλήττει βαρύτερα όσους ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και βασικές ανάγκες.
Πλήττει επίσης ιδιαίτερα όσους κρατούν τις οικονομίες τους σε μετρητά ή σε λογαριασμούς χαμηλής απόδοσης. Δηλαδή τους πιο επιφυλακτικούς και λιγότερο εξοικειωμένους με τα επενδυτικά προϊόντα.
Η κυβέρνηση δεν δημιούργησε μόνη της τον διεθνή πληθωρισμό. Οι ενεργειακές αναταράξεις, οι πόλεμοι, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι ευρωπαϊκές νομισματικές συνθήκες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Αυτή είναι η μισή αλήθεια.
Η άλλη μισή είναι ότι οι κυβερνήσεις κρίνονται από το πόσο προστατεύουν την κοινωνία από μια κρίση που δεν προκάλεσαν. Κρίνονται από τους ελέγχους στην αγορά, τον ανταγωνισμό, τη φορολογική πολιτική, την ενίσχυση των εισοδημάτων και τη στάση τους απέναντι στις τράπεζες και στα μεγάλα περιθώρια κέρδους.
Η μόνιμη επίκληση του «εισαγόμενου πληθωρισμού» δεν αρκεί. Εισαγόμενη μπορεί να ήταν η σπίθα. Το πόσο γρήγορα και πόσο βαθιά πέρασε στις ελληνικές τιμές εξαρτήθηκε και από τις εγχώριες συνθήκες.
Η μεσαία τάξη πληρώνει και μετά επιδοτείται
Υπάρχει και μια δεύτερη πολιτική αντίφαση. Το κράτος επιτρέπει στην ακρίβεια και στις στρεβλώσεις της αγοράς να αφαιρούν δισεκατομμύρια από την κοινωνία και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μικρό μέρος με επιδόματα, κουπόνια και έκτακτες ενισχύσεις. Πρώτα ο πολίτης χάνει από τις τιμές, τα ενοίκια, την ενέργεια και την απαξίωση της αποταμίευσης. Ύστερα καλείται να αισθανθεί ευγνωμοσύνη επειδή του επιστρέφεται ένα κλάσμα της απώλειας. Αυτό δεν είναι συνεκτική πολιτική προστασίας του εισοδήματος. Είναι διαχείριση της ζημιάς — και συχνά επικοινωνιακή διαχείριση της δυσαρέσκειας.
Η μεσαία τάξη δεν ζητά να μετατραπεί σε μόνιμο δικαιούχο επιδομάτων. Ζητά να μπορεί να ζει από τον μισθό της, να αποταμιεύει χωρίς να βλέπει τις οικονομίες της να εξαϋλώνονται και να δανείζεται χωρίς να αισθάνεται ότι πληρώνει ποινή επειδή χρειάστηκε τράπεζα.
