Σημαντικές αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών έρχονται από τις 21 Σεπτεμβρίου, δημιουργώντας νέα δεδομένα για εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις που έχουν χρέη προς την Εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και τους servicers. Οι νέες δυνατότητες μπορούν να διευκολύνουν την αποπληρωμή των οφειλών, καθώς προβλέπονται περισσότερες δόσεις, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψει και διαγραφή μέρους του χρέους.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για τη συνολική αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους. Σε αντίθεση με τις μεμονωμένες ρυθμίσεις, δίνει τη δυνατότητα στον οφειλέτη να αντιμετωπίσει συγκεντρωμένα τις υποχρεώσεις του προς διαφορετικούς πιστωτές, αντί να χρειάζεται να προχωρά σε ξεχωριστές συμφωνίες με κάθε φορέα.
Ποιες οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν
Μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού μπορούν να ρυθμιστούν οφειλές προς το Δημόσιο, την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ, καθώς και προς τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Η διαδικασία μπορεί να αφορά τόσο φυσικά πρόσωπα όσο και επιχειρήσεις, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Οι οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς μπορούν να ρυθμιστούν σε έως 240 δόσεις, ενώ για χρέη προς τράπεζες και servicers η διάρκεια της ρύθμισης μπορεί να φτάσει έως και τις 420 δόσεις, ανάλογα με το είδος και τα χαρακτηριστικά της οφειλής.
Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατό να προβλεφθεί «κούρεμα» μέρους της οφειλής. Το ύψος της διαγραφής δεν είναι ίδιο για όλους, αλλά προκύπτει με βάση την οικονομική κατάσταση, το εισόδημα, την περιουσία και τη συνολική δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.
Μειώνεται το όριο για την ένταξη στον εξωδικαστικό
Μία από τις σημαντικές αλλαγές αφορά το ελάχιστο ύψος των οφειλών που απαιτείται για την ένταξη στη διαδικασία. Το όριο διαμορφώνεται πλέον στις 5.000 ευρώ, διευρύνοντας έτσι τον αριθμό των πολιτών και των επιχειρήσεων που μπορούν να αξιοποιήσουν τον μηχανισμό.
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για όσους διαθέτουν μικρότερες, αλλά ταυτόχρονα δυσβάσταχτες για το εισόδημά τους, οφειλές. Η δυνατότητα ένταξης σε μια μακροχρόνια ρύθμιση μπορεί να περιορίσει το ύψος της μηνιαίας επιβάρυνσης και να επιτρέψει στον οφειλέτη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του χωρίς να οδηγείται σε περαιτέρω συσσώρευση χρεών.
Τι αλλάζει από τις 21 Σεπτεμβρίου για την κύρια κατοικία
Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται και η κύρια κατοικία. Από τις 21 Σεπτεμβρίου δίνεται μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης της ρύθμισης.
Η νέα δυνατότητα μπορεί να επιτρέψει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την προστασία της κύριας κατοικίας, ενώ παράλληλα άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ενδέχεται να συνυπολογίζονται διαφορετικά στη διαδικασία. Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια βιώσιμη λύση που θα επιτρέπει στον οφειλέτη να ρυθμίσει τα χρέη του χωρίς να κινδυνεύει να χάσει το σπίτι στο οποίο διαμένει.
Η αλλαγή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για νοικοκυριά που διαθέτουν περισσότερα από ένα ακίνητα. Για παράδειγμα, πέρα από την κύρια κατοικία μπορεί να υπάρχει ένα εξοχικό, ένα οικόπεδο ή άλλο ακίνητο. Ανάλογα με την περίπτωση, η αξιοποίηση της υπόλοιπης περιουσίας μπορεί να επηρεάσει τη ρύθμιση και να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας λύσης για την αποπληρωμή των οφειλών.
Πώς επηρεάζεται το «κούρεμα» και η μηνιαία δόση
Η αξία της περιουσίας αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που εξετάζονται κατά τη διαδικασία. Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα αποπληρωμής που προκύπτει από τα οικονομικά και περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τόσο διαφορετικά μπορεί να διαμορφωθεί η πρόταση ρύθμισης.
Με τη νέα αντιμετώπιση της κύριας κατοικίας, η περιουσιακή εικόνα που αξιολογείται μπορεί να διαφοροποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι, ανάλογα με τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, μπορεί να προκύψει μεγαλύτερος αριθμός δόσεων, χαμηλότερη μηνιαία επιβάρυνση ή και μεγαλύτερη διαγραφή μέρους της οφειλής.
Ωστόσο, δεν προβλέπεται αυτόματα συγκεκριμένο ποσοστό «κουρέματος» ούτε ίδια ρύθμιση για όλους. Κάθε περίπτωση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη και τη δυνατότητα πραγματικής αποπληρωμής του χρέους.
Τι ισχύει για τις οφειλές προς την Εφορία
Για όσους έχουν χρέη προς την Εφορία εξακολουθεί να υπάρχει και η πάγια ρύθμιση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση οφειλών σε έως 24 δόσεις. Για ορισμένες κατηγορίες έκτακτων φορολογικών οφειλών ο αριθμός των δόσεων μπορεί να φτάσει έως και τις 48.
Στις έκτακτες οφειλές μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, χρέη που προκύπτουν από φορολογικούς ελέγχους, κληρονομιές ή δικαστικές αποφάσεις. Η ελάχιστη μηνιαία δόση στην πάγια ρύθμιση ανέρχεται στα 30 ευρώ.
Παράλληλα, για συγκεκριμένες παλαιότερες οφειλές εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης της ρύθμισης των 72 δόσεων, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ένας φορολογούμενος μπορεί να έχει διαφορετικές κατηγορίες οφειλών και, ανάλογα με το πότε δημιουργήθηκαν και τα χαρακτηριστικά τους, να αξιοποιεί διαφορετικά εργαλεία ρύθμισης.
Η σημασία της σωστής επιλογής ρύθμισης
Οι αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό προσφέρουν περισσότερες επιλογές, όμως η επιλογή της κατάλληλης λύσης χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν είναι απαραίτητα συμφέρουσα για κάθε οφειλέτη η ίδια ρύθμιση, καθώς διαφορετικό αποτέλεσμα μπορεί να προκύψει ανάλογα με το ύψος του χρέους, το εισόδημα, την ακίνητη περιουσία και τον αριθμό των πιστωτών.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ο οφειλέτης να έχει πλήρη εικόνα των χρεών και της περιουσιακής του κατάστασης πριν προχωρήσει σε αίτηση. Η σωστή αποτύπωση των οικονομικών στοιχείων αποτελεί βασική προϋπόθεση για να προκύψει μια ρύθμιση που δεν θα είναι μόνο ευνοϊκή, αλλά κυρίως βιώσιμη σε βάθος χρόνου.
Με τις νέες αλλαγές, ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην προσπάθεια αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους. Οι περισσότερες δόσεις, το χαμηλότερο όριο ένταξης και η νέα δυνατότητα προστασίας της κύριας κατοικίας δημιουργούν ένα ευρύτερο πλαίσιο για όσους δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αναζητήσουν μια πιο μακροχρόνια και ρεαλιστική λύση.
