Μεγάλες αποκλίσεις εξακολουθούν να καταγράφονται στους κατώτατους μισθούς στην Ευρώπη, ενώ η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά όταν στη σύγκριση συνυπολογίζεται το κόστος ζωής και η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο εξάμηνο του 2026, μόλις οκτώ από τις 29 ευρωπαϊκές χώρες που εξετάζονται αύξησαν τον κατώτατο μισθό σε τοπικό νόμισμα μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου. Την ίδια περίοδο οι πληθωριστικές πιέσεις περιόρισαν την πραγματική αξία των αποδοχών, ιδιαίτερα στις χώρες όπου οι μισθοί παρέμειναν αμετάβλητοι.
Στα 1.073 ευρώ ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα
Σε ονομαστικούς όρους, το Λουξεμβούργο βρίσκεται στην κορυφή της κατάταξης με μικτό μηνιαίο κατώτατο μισθό 2.771 ευρώ. Ακολουθούν η Ιρλανδία με 2.391 ευρώ, η Γερμανία με 2.343 ευρώ, η Ολλανδία με 2.338 ευρώ και το Βέλγιο με 2.234 ευρώ.
Η Γαλλία διαμορφώνεται στα 1.867 ευρώ, ενώ χαμηλότερα βρίσκονται η Σλοβενία με 1.482 ευρώ και η Ισπανία με 1.425 ευρώ.
Η Ελλάδα καταγράφεται στα 1.073 ευρώ, στο ίδιο επίπεδο με την Πορτογαλία. Υψηλότερα βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η Λιθουανία με 1.153 ευρώ, η Πολωνία με 1.119 ευρώ και η Κύπρος με 1.088 ευρώ, ενώ η Κροατία ακολουθεί με 1.050 ευρώ.
Συνολικά πέντε χώρες ξεπερνούν τα 2.000 ευρώ τον μήνα, εννέα κινούνται μεταξύ 1.000 και 2.000 ευρώ και 15 παραμένουν κάτω από το όριο των 1.000 ευρώ.
Στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ βρίσκεται η Βουλγαρία με 620 ευρώ. Μεταξύ των υποψήφιων προς ένταξη χωρών, η Ουκρανία καταγράφει το χαμηλότερο ποσό στα 169 ευρώ, και ακολουθεί η Μολδαβία με 313 ευρώ.
Πώς αλλάζει η κατάταξη με βάση την αγοραστική δύναμη
Η σύγκριση αποκτά διαφορετική εικόνα όταν οι μισθοί υπολογίζονται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης PPS, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στο επίπεδο τιμών μεταξύ των χωρών.
Με αυτόν τον τρόπο αποτυπώνεται καλύτερα η πραγματική δυνατότητα κατανάλωσης που προσφέρει ο κατώτατος μισθός σε κάθε οικονομία.
Στην κορυφή σε όρους PPS περνά η Γερμανία με 2.164 μονάδες. Ακολουθούν το Λουξεμβούργο με 2.108, η Ολλανδία με 2.023, το Βέλγιο με 1.922 και η Ιρλανδία με 1.756 μονάδες.
Γαλλία, Σλοβενία, Ισπανία και Πολωνία ξεπερνούν επίσης τις 1.500 μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Η θέση της Ελλάδας
Η Ελλάδα κατατάσσεται 14η σε όρους αγοραστικής δύναμης, με 1.229 μονάδες PPS, ενώ η Κύπρος ακολουθεί με 1.220.
Η μετάβαση από την ονομαστική κατάταξη στην κατάταξη βάσει PPS έχει, ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να υποχωρεί κατά δύο θέσεις από τη 12η στη 14η.
Αντίθετα, σημαντικά κερδισμένες εμφανίζονται η Ρουμανία και η Βόρεια Μακεδονία, οι οποίες ανεβαίνουν κατά οκτώ θέσεις. Η Σερβία κερδίζει πέντε θέσεις, ενώ Κροατία και Βουλγαρία βελτιώνουν τη θέση τους κατά τρεις.
Τη μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφει η Εσθονία, η οποία χάνει δέκα θέσεις όταν στη σύγκριση ενσωματώνεται η αγοραστική δύναμη.
Μόλις οκτώ χώρες αύξησαν τον κατώτατο μισθό
Μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 2026, αυξήσεις στους κατώτατους μισθούς καταγράφηκαν σε μόλις οκτώ από τις 29 χώρες.
Τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο σημείωσε η Βόρεια Μακεδονία με 6,9%, ενώ ακολούθησαν Ρουμανία και Εσθονία με 6,8%. Στο Βέλγιο η αύξηση έφτασε το 5,8%.
Η Ελλάδα βρίσκεται επίσης μεταξύ των χωρών που αναπροσάρμοσαν προς τα πάνω τον κατώτατο μισθό, με αύξηση 4,5%. Μικρότερες αυξήσεις καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο, στη Γαλλία και στην Ολλανδία.
Στις υπόλοιπες χώρες οι κατώτατες αποδοχές παρέμειναν σταθερές, με αποτέλεσμα οι πληθωριστικές πιέσεις να περιορίζουν την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Η σύγκριση δείχνει ότι το ύψος του ονομαστικού μισθού δεν αποτυπώνει από μόνο του το πραγματικό βιοτικό επίπεδο. Το κόστος αγαθών και υπηρεσιών μπορεί να μεταβάλει σημαντικά τη θέση μιας χώρας και, κατά συνέπεια, την πραγματική αξία των χρημάτων που διαθέτει ένας εργαζόμενος.
