Η κυβέρνηση προχωρά σε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού άνω των 950 ευρώ από τον Απρίλιο του 2027, συνδυάζοντάς την με μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 μονάδα. Η μείωση θα κατανέμεται ισόποσα, κατά 0,25 μονάδες σε εργαζόμενους και εργοδότες. Παράλληλα, ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει ότι το 2028 ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τα 1.000 ευρώ.
Η ουσιαστική αλλαγή, ωστόσο, αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα καθορίζονται οι κατώτατες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα. Από την 1η Ιανουαρίου 2028, η διαδικασία απομακρύνεται από το παραδοσιακό πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων και κοινωνικών διαβουλεύσεων και συνδέεται με έναν αυτόματο μαθηματικό μηχανισμό.
Πώς θα υπολογίζεται ο κατώτατος μισθός από το 2028;
Ο νέος μηχανισμός θα βασίζεται σε επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και θα λαμβάνει υπόψη δύο βασικούς δείκτες: τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα θα έχει ο πληθωρισμός που αφορά το χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κλίμακας των νοικοκυριών. Στόχος είναι οι αυξήσεις να ανταποκρίνονται πιο άμεσα στην επιβάρυνση που προκαλεί η ακρίβεια στα χαμηλότερα εισοδήματα και να προστατεύεται η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Ο δεύτερος παράγοντας θα είναι η παραγωγικότητα, δηλαδή η πορεία της οικονομίας, η αποδοτικότητα της εργασίας και οι ρυθμοί ανάπτυξης. Με αυτόν τον τρόπο, οι αυξήσεις των αμοιβών θα συνδέονται με τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της χώρας.
Τι προβλέπει η ρήτρα μη μείωσης
Κεντρική ασφαλιστική δικλείδα του νέου πλαισίου είναι η ρήτρα μη μείωσης. Ακόμη και σε περίπτωση ύφεσης ή αποπληθωρισμού, ο κατώτατος μισθός δεν θα μπορεί να υποχωρεί.
Ο μηχανισμός θα «κλειδώνει» τις αποδοχές στα ήδη διαμορφωμένα επίπεδα, ώστε να αποφεύγεται μια νέα βίαιη μείωση μισθών, όπως εκείνες που καταγράφηκαν την περίοδο των μνημονίων. Η πρόβλεψη αυτή παρουσιάζεται ως εγγύηση σταθερότητας για τους εργαζόμενους, χωρίς όμως να εξαλείφει τις αντιδράσεις από την πλευρά των επιχειρήσεων.
Γιατί αντιδρούν ΓΣΕΕ και εργοδοτικοί φορείς
Η ΓΣΕΕ και οι εργατικές ενώσεις εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως το κόστος ζωής και τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών. Ζητούν την πλήρη επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, θεωρώντας ότι το νέο μοντέλο περιορίζει τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων.
Στον αντίποδα, οι εργοδοτικοί φορείς ανησυχούν για το πρόσθετο κόστος που θα κληθούν να καλύψουν οι επιχειρήσεις. Προειδοποιούν ότι οι αυτόματες αυξήσεις μπορεί να πιέσουν κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να ενισχύσουν την αδήλωτη εργασία ή να οδηγήσουν σε ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών.
Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό εισέρχεται έτσι σε νέα φάση: με δεδομένη την κυβερνητική δέσμευση για τα 1.000 ευρώ το 2028, το κρίσιμο ερώτημα θα είναι αν η νέα φόρμουλα θα ενισχύσει πραγματικά τα εισοδήματα χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την αγορά εργασίας.
