Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τη Ρωσία για την άμεση διάθεση 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και διεθνή αγορά, σε μια πρωτοβουλία που, σύμφωνα με όσα ανέφερε, αποσκοπεί στη μείωση του κόστους καυσίμων για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο, αλλά και από συμμάχους της Ουκρανίας, καθώς έρχεται ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται και ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων μετά τη ρωσική εισβολή του 2022.
Σύμφωνα με την περιγραφή της συμφωνίας, η πρώτη ποσότητα των 300.000 τόνων θα ακολουθηθεί από 500.000 τόνους τον Νοέμβριο, ένα ακόμη εκατομμύριο τόνους σε επόμενο στάδιο και πρόσθετες ποσότητες έως τριών εκατομμυρίων τόνων. Ο ρυθμός των παραδόσεων, κατά τις ίδιες πληροφορίες, θα εξαρτηθεί από τη λειτουργική κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων, ορισμένα από τα οποία φέρεται να έχουν υποστεί επιθέσεις. Ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ φέρεται να επιβεβαίωσε στο TASS τα μεγέθη των εξαγωγών, αναφέροντας ότι ο όγκος θα μπορούσε να φθάσει ακόμη και τα τρία εκατομμύρια τόνους μηνιαίως. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι προτεραιότητα της κυβέρνησής του είναι η ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους, ειδικά για αγρότες, κτηνοτρόφους και οδηγούς φορτηγών. Σε ανάρτησή του στην Truth Social, σύμφωνα με το υλικό που δόθηκε, έγραψε ότι οι χαμηλότερες τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές αποτελούν βασική προτεραιότητα.
Διακομματικές αντιδράσεις στο Κογκρέσο
Η συμφωνία συναντά αντιδράσεις και από τα δύο μεγάλα κόμματα. Ομάδα επτά γερουσιαστών —τέσσερις Ρεπουμπλικανοί και τρεις Δημοκρατικοί— ζήτησε από τον Λευκό Οίκο να αναθεωρήσει την απόφαση, επικαλούμενη τη νομοθεσία του 2022 που απαγόρευσε τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων. Την κοινή δήλωση, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, υπέγραψαν οι Ρεπουμπλικανοί Σούζαν Κόλινς, Λίζα Μαρκόφσκι, Τομ Τίλις και Τζον Κέρτις, καθώς και οι Δημοκρατικοί Τζιν Σαχίν, Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ και Ρον Γουάιντεν.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πρέπει να προσφέρουν στον Πούτιν μια οικονομική σανίδα σωτηρίας, ενώ η Ρωσία συνεχίζει να σκοτώνει Ουκρανούς αμάχους», αναφέρεται στη δήλωση που αποδίδεται στους γερουσιαστές. Σε χωριστή παρέμβαση, έξι γερουσιαστές φέρεται να υποστήριξαν ότι η έγκριση εισαγωγών ρωσικού ντίζελ παραβιάζει ευθέως τον ισχύοντα νόμο. Επικρίνουν επίσης την κυβέρνηση επειδή, όπως υποστηρίζουν, δεν διαβουλεύθηκε με το Κογκρέσο ούτε παρείχε τις αναγκαίες εξηγήσεις για τη νομική βάση της απόφασης. Αντίθετη προσέγγιση αποδίδεται στον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Τόμας Μάσι, ο οποίος έχει ταχθεί υπέρ της άρσης των κυρώσεων στα πετρελαϊκά προϊόντα. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ, σύμφωνα με το παρεχόμενο υλικό, υποστήριξε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι η συμφωνία μπορεί να υλοποιηθεί μέσω των υφιστάμενων νομικών διαδικασιών. Η ίδια ενημέρωση αναφέρει προσωρινή αναστολή κυρώσεων για εξαγωγές ρωσικού ντίζελ έως τις 7 Απριλίου, ενώ άλλα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στις ΗΠΑ παραμένουν δεσμευμένα.
Ζελένσκι και Κάρνεϊ κατά της συμφωνίας
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι κατήγγειλε, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, την πρωτοβουλία ως οικονομική ενίσχυση της Ρωσίας σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο Ουκρανός πρόεδρος φέρεται να έκανε λόγο για «επένδυση σε έναν πόλεμο που πρέπει να τελειώσει». Αντιδράσεις εκφράστηκαν και από τον Καναδά. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ συζήτησε το θέμα τηλεφωνικά με τον Ζελένσκι και, σύμφωνα με ανακοίνωση που αποδίδεται στην καναδική κυβέρνηση, εκτίμησε ότι η συμφωνία αντιβαίνει στις προσπάθειες της Ουκρανίας, του Καναδά και των συμμάχων τους για ειρήνη και σταθερότητα στην Ευρώπη. Η βασική ανησυχία των επικριτών είναι ότι τα έσοδα από νέες εξαγωγές καυσίμων θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
Πίεση από το κόστος του ντίζελ
Η πρωτοβουλία τοποθετείται στο πλαίσιο της πολιτικής πίεσης που προκαλούν οι υψηλές τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ. Το ντίζελ είναι κομβικό για τις μεταφορές, τη γεωργική παραγωγή και τη θέρμανση, ενώ η άνοδος του κόστους επιβαρύνει ιδιαίτερα τις αγροτικές πολιτείες. Κατά τα στοιχεία που παρασχέθηκαν, η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ διαμορφώνεται στα 6,28 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι ιστορικού υψηλού 6,53 δολαρίων στα τέλη Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι ανακοινωθείσες ρωσικές ποσότητες μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την αμερικανική αγορά, δεδομένου ότι η ημερήσια κατανάλωση ντίζελ στις ΗΠΑ εκτιμάται σε περίπου 3,6 εκατομμύρια βαρέλια. Η συζήτηση πλέον επικεντρώνεται τόσο στη νομιμότητα μιας πιθανής προσωρινής εξαίρεσης από τις κυρώσεις όσο και στο πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας που συνδέει την προσπάθεια για φθηνότερα καύσιμα με τη διαχείριση των σχέσεων της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα και τους συμμάχους της Ουκρανίας.
Ενεργειακή εκεχειρία και αγορές
Παράλληλα, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών. Ο Ζελένσκι χαιρέτισε την προοπτική της ενεργειακής εκεχειρίας, δηλώνοντας ότι η Ουκρανία τη στηρίζει και ότι είναι απαραίτητο να τηρήσει τη δέσμευση και η Ρωσία. Οι προσδοκίες για περιορισμό των κινδύνων στην ενεργειακή προσφορά συνοδεύθηκαν, από πτώση στις τιμές πετρελαίου: τα συμβόλαια Brent υποχώρησαν στα 102,99 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό αργό WTI στα 90,09 δολάρια.
Ωστόσο νωρίς το βράδυ της Κυριακής, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ρωσία έπληξε ενεργειακές εγκαταστάσεις στην Ουκρανία μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ περί «ενεργειακής εκεχειρίας».
«Οι Ρώσοι χτύπησαν σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή του Χάρκιβ. Και όλα αυτά έγιναν ΑΦΟΥ ο αμερικανός πρόεδρος έκανε την δήλωσή του περί ενεργειακής εκεχειρίας», δήλωσε ο Ζελένσκι με ανάρτηση στο Facebook έπειτα από επικοινωνία του με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντε Λάιεν.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εξέφρασε την «καθολική της υποστήριξη» προς τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τις εκκλήσεις του Κιέβου για την εφαρμογή εκεχειρίας που θα προστατεύσει την παγκόσμια τροφοδοσία σε είδη διατροφής και τις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας και της Ρωσίας.
