Στον ίδιο τον φορολογικό μηχανισμό στρέφει πλέον το βλέμμα της η ΑΑΔΕ, αναζητώντας ενδεχόμενα φαινόμενα διαφθοράς και παράνομης αξιοποίησης υπηρεσιακών πληροφοριών.
Οι έρευνες που ακολούθησαν τις υποθέσεις φοροδιαφυγής της Pizza Fan και της αλυσίδας «Χωριάτικο» ανοίγουν ένα ακόμη πεδίο διερεύνησης: Κατά πόσο υπάλληλοι της φορολογικής διοίκησης είχαν σχέσεις με ελεγχόμενες επιχειρήσεις, παρείχαν πληροφορίες για επικείμενους ελέγχους ή αξιοποιούσαν τη θέση τους για προσωπικό οικονομικό όφελος.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης οι περιουσίες εν ενεργεία και συνταξιούχων εφοριακών, με τις Εσωτερικές Υποθέσεις να εξετάζουν εάν τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν ανταποκρίνονται στα νόμιμα εισοδήματά τους.
Η κινητοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις αναφορές περί διασυνδέσεων με πρόσωπα στο εσωτερικό των φορολογικών υπηρεσιών. Οι αρμόδιες αρχές καλούνται πλέον να διαπιστώσουν εάν οι ισχυρισμοί αυτοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή αποτελούσαν έναν τρόπο επίκλησης επιρροής χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Οι «άκρες στην εφορία» και οι πληροφορίες πριν από τους ελέγχους
Με εντολή του διοικητή της ΑΑΔΕ έχει ζητήσει εγγράφως από τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τυχόν εμπλοκή υπαλλήλων στις υπό διερεύνηση υποθέσεις.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως σε πιθανές διαρροές πληροφοριών για φορολογικούς ελέγχους. Εξετάζεται εάν επιχειρηματίες ή άλλα πρόσωπα γνώριζαν εκ των προτέρων τις κινήσεις των ελεγκτικών μηχανισμών και, εφόσον συνέβαινε κάτι τέτοιο, ποιος ήταν ο αρχικός αποδέκτης και ο διακινητής της πληροφορίας.
Μια ενδεχόμενη προειδοποίηση μπορεί να ακυρώσει στην πράξη τον αιφνιδιαστικό χαρακτήρα ενός ελέγχου, επιτρέποντας στον ελεγχόμενο να προετοιμαστεί πριν από την άφιξη των αρμόδιων υπαλλήλων.
Ωστόσο, η επίκληση γνωριμιών με εφοριακούς δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη παράνομης συνεργασίας. Για να προκύψουν συγκεκριμένες ευθύνες, απαιτούνται στοιχεία που να συνδέουν πρόσωπα, ενέργειες και ενδεχόμενη διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών.
Περιουσίες εφοριακών που δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματά τους
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της φορολογικής διοίκησης.
Οι Εσωτερικές Υποθέσεις διαθέτουν τη δυνατότητα να εξετάζουν την περιουσία τόσο εν ενεργεία όσο και συνταξιούχων υπαλλήλων. Αυτό σημαίνει ότι η αποχώρηση από την υπηρεσία δεν αποκλείει τη διερεύνηση του τρόπου απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.
Τα αποτελέσματα του 2025 δείχνουν ότι οι έλεγχοι έχουν ήδη εντοπίσει περιπτώσεις που χρειάστηκαν περαιτέρω διερεύνηση.
Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν 69 έλεγχοι περιουσιακής κατάστασης, οι οποίοι αφορούσαν:
-
25 προϊσταμένους υπηρεσιών της ΑΑΔΕ.
-
44 υπαλλήλους της φορολογικής διοίκησης.
Σε δύο περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα.
Οι φάκελοι διαβιβάστηκαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο καταλογισμού ποσών υπέρ του Δημοσίου. Παράλληλα, ενημερώθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες για την πειθαρχική διερεύνηση και οι εισαγγελικές αρχές για την ποινική αξιολόγηση των υποθέσεων.
Ευρήματα για 58 υπαλλήλους – Τι έδειξαν οι εσωτερικοί έλεγχοι
Η εικόνα που προκύπτει από τον απολογισμό των Εσωτερικών Υποθέσεων δεν περιορίζεται στις περιουσίες.
Κατά τη διάρκεια του 2025 πραγματοποιήθηκαν 95 έλεγχοι για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων και πειθαρχικών παραπτωμάτων από προσωπικό της φορολογικής διοίκησης.
Από αυτούς, οι 25 ανέδειξαν ευρήματα που αφορούσαν συνολικά 58 υπαλλήλους. Οι σχετικοί φάκελοι προωθήθηκαν στις αρμόδιες αρχές για τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Στις κατηγορίες παραπτωμάτων που καταγράφονται περιλαμβάνονται η παράβαση καθήκοντος, η παραβίαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας και η αξιοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας για την εξασφάλιση οικονομικού οφέλους.
Επιπλέον, οικονομικοί επιθεωρητές διενήργησαν 37 επιτόπιους ελέγχους σε υπηρεσίες της ΑΑΔΕ.
Τα ευρήματα αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω αξιολόγησης και δεν σημαίνουν ότι οι υπάλληλοι έχουν κριθεί ένοχοι. Η διαπίστωση πειθαρχικής ή ποινικής ευθύνης προϋποθέτει την ολοκλήρωση των αντίστοιχων διαδικασιών.
Νέοι στόχοι για το 2026 και ενίσχυση των Εσωτερικών Υποθέσεων
Η φορολογική διοίκηση σχεδιάζει να ενισχύσει τον μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου, επιδιώκοντας ταχύτερη διερεύνηση των πληροφοριών που φτάνουν στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Το δημοσιευμένο επιχειρησιακό σχέδιο για το 2026 προβλέπει:
| Κατηγορία ελέγχου | Στόχος 2026 |
|---|---|
| Έλεγχοι περιουσιακής κατάστασης υπαλλήλων και προϊσταμένων | 65 |
| Αιφνιδιαστικοί επιτόπιοι έλεγχοι σε υπηρεσίες | 30 |
| Έλεγχοι για ποινικά αδικήματα και πειθαρχικά παραπτώματα | 67 |
Παράλληλα, εξετάζεται η αύξηση του ποσοστού αξιολόγησης των καταγγελιών στο 100%, έναντι του ελάχιστου στόχου 70% που προβλέπει το επιχειρησιακό σχέδιο.
Η επιδίωξη αυτή αφορά την εξέταση κάθε καταγγελίας και όχι την αυτόματη έναρξη πειθαρχικής ή ποινικής διαδικασίας για κάθε αναφορά.
Ανάλογα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μια υπόθεση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω έρευνα, να διαβιβαστεί σε άλλη αρμόδια υπηρεσία ή να τεθεί στο αρχείο.
Σχεδόν 3.000 καταγγελίες μέσα σε έναν χρόνο
Το μέγεθος της πληροφορίας που καλούνται να διαχειριστούν οι Εσωτερικές Υποθέσεις αποτυπώνεται στα στοιχεία του 2025.
Η αρμόδια διεύθυνση έλαβε συνολικά 2.916 καταγγελίες, αναφορές και πληροφορίες, από τις οποίες αξιολογήθηκαν οι 2.342.
Το ποσοστό αξιολόγησης διαμορφώθηκε στο 80,3%.
Από τις αναφορές που εξετάστηκαν:
-
227 αφορούσαν υπηρεσίες ή υπαλλήλους της ΑΑΔΕ και είτε προωθήθηκαν για τις προβλεπόμενες ενέργειες είτε αρχειοθετήθηκαν ως αόριστες.
-
2.115 διαβιβάστηκαν, ανάλογα με το αντικείμενό τους, σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς ή τέθηκαν στο αρχείο.
Η διάκριση έχει σημασία, καθώς ο συνολικός αριθμός των καταγγελιών δεν αποτυπώνει ισάριθμα περιστατικά διαφθοράς. Πολλές αναφορές αφορούν ζητήματα διαφορετικής αρμοδιότητας, ενώ άλλες δεν συνοδεύονται από επαρκή στοιχεία.
Πώς μπορούν οι πολίτες να καταγγείλουν περιστατικά διαφθοράς
Σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό ενδεχόμενων παρανομιών μπορούν να διαδραματίσουν οι ίδιοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις.
Μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας «Καταγγελίες Πολιτών» της ΑΑΔΕ, οποιοσδήποτε διαθέτει σχετικές πληροφορίες μπορεί να υποβάλει αναφορά, επώνυμα ή ανώνυμα.
Για υποθέσεις που αφορούν τη συμπεριφορά προσωπικού της φορολογικής διοίκησης, ο ενδιαφερόμενος επιλέγει την κατηγορία «Διαφθορά – Παραβιάσεις Ακεραιότητας».
Η διαδικασία περιλαμβάνει την περιγραφή του περιστατικού, τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο έγινε αντιληπτό, καθώς και τα στοιχεία της εμπλεκόμενης υπηρεσίας ή του υπαλλήλου, εφόσον είναι γνωστά.
Ο καταγγέλλων μπορεί επίσης να επισυνάψει έως τρία αρχεία, με ανώτατο μέγεθος 4 MB για το καθένα.
Μετά την ολοκλήρωση της υποβολής, το σύστημα εκδίδει αριθμό πρωτοκόλλου και καταγράφει την ημερομηνία και την ώρα της αναφοράς.
Τα δεδομένα διατηρούνται στο πληροφοριακό σύστημα για διάστημα που μπορεί να φτάσει τα 15 χρόνια, καθώς η απόφαση Α.1167/2023 προβλέπει την οριστική διαγραφή τους μετά την παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος.
Το επόμενο διάστημα, το κρίσιμο ζητούμενο για την ΑΑΔΕ θα είναι εάν οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής μπορούν να οδηγήσουν στην τεκμηρίωση συγκεκριμένων περιστατικών διαφθοράς στο εσωτερικό της. Η διερεύνηση των πιθανών διαρροών και των ανεξήγητων περιουσιών αποτελεί πλέον βασικό πεδίο δράσης των Εσωτερικών Υποθέσεων.
