Περιθώρια μείωσης της φόρων διακρίνει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, δεδομένου ότι η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2019-2025, παραμένει ίδια με εκείνη του 2019 για το σύνολο της οικονομίας και υψηλότερη κατά 3,7 μονάδες σε σχέση με το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του φιλελεύθερου think tank έδειξε το 2025 η Ελλάδα Ελλάδα εισέπραξε φόρους και κοινωνικές εισφορές ίσες με το 41,3% του ΑΕΠ, υψηλότερο ποσοστό από τον μέσο όρο για την Ευρώπη των «27», όπου την ίδια περίοδο διαμορφώθηκε σε 37,9%. Ιδιαίτερα υψηλοί είναι οι έμμεσοι φόροι, με την Ελλάδα να κατατάσσεται τέταρτη στους «27», εισπράττοντας έμμεσους φόρους ίσους με το 17,2% του ΑΕΠ έναντι μέσου όρου 13,4% για την Ένωση.
Ο ΦΠΑ αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ έναντι 7,2% στην ΕΕ, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα κάθε αγορά αγαθών και υπηρεσιών να φέρει υψηλότερο έμμεσο φορολογικό φορτίο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ, πλην τριών.
Αντίθετα, οι εισπράξεις από την άμεση φορολογία είναι χαμηλότερες από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, στο 11% του ΑΕΠ έναντι 12,2% για τους «27».
Όσον αφορά στην αξιοποίηση αυτών των φόρων, η Ελλάδα βρίσκεται στον μέσο όρο των δαπανών για την κοινωνική προστασία. Απορροφά το 36,7% των κρατικών δαπανών, όταν για το σύνολο της Ένωσης το ποσοστό διαμορφώνεται σε 36,6%. Ξοδεύει όμως πολύ λιγότερα -σχεδόν τα μισά- για να καλύψει τις ανάγκες ασθενείας, αναπηρίας, στήριξης των οικογενειών και στέγασης.
Η ελληνική κοινωνική προστασία είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό της συνταξιοδοτική δαπάνη, αφού το 2024 για κάθε χίλια ευρώ που η πολιτεία έδινε για κοινωνικές δαπάνες σχεδόν τα 800 κατευθύνονταν στις συντάξεις γήρατος και επιζώντων (620 κατά μέσο όρο στην ΕΕ-27), περίπου 85 ευρώ σε ασθένεια και αναπηρία (140 κατά μέσο όρο στους «27»), 50 ευρώ σε οικογένεια και παιδιά (λιγότερα από τα μισά σε σχέση με τον μ.ο. των «27», όπου η δαπάνη διαμορφωνόταν σε 120 κευρώ), 40 ευρώ σε ανεργία, 30 ευρώ σε κοινωνικό αποκλεισμό και 10 ευρώ σε στέγαση.
Το ΚΕΦΙΜ εισηγείται απλούστευση, διεύρυνση της βάσης και μείωση των συντελεστών με προβλέψιμους, σταθερούς κανόνες στους φόρους κατανάλωσης, όπως τον ΦΠΑ, αλλά και στους φόρους περιουσίας. Όπως αναφέρει στη μελέτη του, εκεί βρίσκεται και το μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων, ώστε η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας να μεταφραστεί και σε ελαφρύτερο συνολικό φορολογικό βάρος για πολίτες και επιχειρήσεις.
