Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται από τον ΕΦΚΑ η διαδικασία καταβολής αναδρομικών ποσών προς εργαζόμενους συνταξιούχους, οι οποίοι μετά τη συνταξιοδότησή τους συνέχισαν να εργάζονται και στη συνέχεια διέκοψαν την απασχόλησή τους, αποκτώντας δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης. Τα ποσά που καταβάλλονται φτάνουν κατά μέσο όρο τα 2.500 ευρώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαμορφώνονται υψηλότερα, ανάλογα με τα χρόνια εργασίας και τις ασφαλιστικές αποδοχές.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η συγκεκριμένη κατηγορία αφορά περίπου 25.000 συνταξιούχους που θεμελίωσαν δικαίωμα επανυπολογισμού, καθώς κατέβαλαν εισφορές και συγκέντρωσαν επιπλέον ένσημα κατά τη διάρκεια της μετασυνταξιοδοτικής τους απασχόλησης. Οι πληρωμές πραγματοποιούνται σταδιακά, καθώς προηγείται διοικητικός έλεγχος και επαλήθευση των στοιχείων ασφάλισης για κάθε δικαιούχο.
Πώς υπολογίζεται η προσαύξηση στη σύνταξη
Η προσαύξηση που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι βασίζεται στον χρόνο απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση και στις αποδοχές από εργασία ή δραστηριότητα.
Συγκεκριμένα, για κάθε έτος απασχόλησης εφαρμόζεται συντελεστής αναπλήρωσης 0,77% επί των συντάξιμων αποδοχών. Με αυτόν τον τρόπο, τα επιπλέον ένσημα που συγκεντρώνονται μετά τη συνταξιοδότηση μετατρέπονται σε αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται μετατρέπονται σε ισοδύναμο εισόδημα μέσω συντελεστή 0,20%, προκειμένου να ενταχθούν στον υπολογισμό της προσαύξησης.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η μηνιαία αύξηση που προκύπτει από την προσαύξηση ξεπερνά τα 130 ευρώ, ειδικά όταν η απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση έχει διαρκέσει αρκετά χρόνια (έως και 7 έτη ή περισσότερο).
Το νέο πλαίσιο απασχόλησης συνταξιούχων από το 2024
Από την 1η Ιανουαρίου 2024 έχει τεθεί σε ισχύ νέο καθεστώς για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, το οποίο αντικατέστησε την παλαιότερη πρακτική της οριζόντιας περικοπής της σύνταξης.
Στο νέο σύστημα εφαρμόζεται ειδικός πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ, ο οποίος επιβάλλεται επί του εισοδήματος από εργασία ή επαγγελματική δραστηριότητα, διατηρώντας παράλληλα τις κανονικές ασφαλιστικές εισφορές.
Μισθωτοί συνταξιούχοι: επιβάλλεται πόρος 10% επί των ασφαλιστέων αποδοχών, ο οποίος παρακρατείται από τον εργοδότη και αποδίδεται στον ΕΦΚΑ, πέραν των κανονικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.
Μη μισθωτοί (ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες): καταβάλλουν την ασφαλιστική εισφορά της κατηγορίας τους, προσαυξημένη με πρόσθετο μη ανταποδοτικό πόρο υπέρ του ΕΦΚΑ.
Το νέο πλαίσιο προβλέπει επίσης ότι σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης, ο πόρος υπολογίζεται ξεχωριστά για κάθε δραστηριότητα, γεγονός που αυξάνει την ακρίβεια αλλά και την πολυπλοκότητα του συστήματος.
Παράλληλα, υπάρχει ανώτατο όριο επιβάρυνσης: το συνολικό ποσό του πόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει ετησίως το δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης. Εάν προκύπτει μεγαλύτερο ποσό, γίνεται συμψηφισμός και επιστροφή μετά την τελική εκκαθάριση.
Εξαιρέσεις από τον πόρο και ειδικές ρυθμίσεις
Από την επιβολή του πόρου εξαιρούνται συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις εγκυκλίους του e-ΕΦΚΑ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας
- ειδικές προστατευόμενες κατηγορίες ασφαλισμένων
- συνταξιούχοι του πρώην ΟΓΑ που συνεχίζουν αγροτική δραστηριότητα
- περιπτώσεις χαμηλού αγροτικού εισοδήματος, υπό προϋποθέσεις (ενδεικτικά έως 10.000 ευρώ ετησίως)
Οι εξαιρέσεις αυτές έχουν στόχο να αποτρέψουν δυσανάλογες επιβαρύνσεις σε ευάλωτες κατηγορίες και να διατηρήσουν την κοινωνική ισορροπία του συστήματος.
Νέες αλλαγές στον επανυπολογισμό συντάξεων
Σημαντικές αλλαγές εξετάζονται από το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης σχετικά με τον τρόπο επανυπολογισμού των συντάξεων για όσους συνεχίζουν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότηση.
Με το ισχύον καθεστώς, η προσαύξηση της σύνταξης αποδίδεται μόνο μετά τη διακοπή της εργασίας, γεγονός που οδηγεί σε καθυστερήσεις και συσσώρευση εκκρεμοτήτων στον ΕΦΚΑ.
Η νέα πρόταση προβλέπει επανυπολογισμό ανά πενταετία, ώστε οι συνταξιούχοι να λαμβάνουν σταδιακά την αύξηση που δικαιούνται χωρίς να χρειάζεται να διακόψουν την εργασία τους. Η ρύθμιση αυτή εκτιμάται ότι θα συμβάλει τόσο στην ταχύτερη απόδοση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων όσο και στην αποσυμφόρηση των υπηρεσιών του ΕΦΚΑ από μεγάλο αριθμό αιτήσεων επανυπολογισμού.
