Το πραγματικό κόστος ενός καταναλωτικού δανείου δεν καθορίζεται μόνο από το επιτόκιο που αναγράφεται στη σύμβαση. Έξοδα φακέλου, προμήθειες και πρόσθετες χρεώσεις μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το ποσό που τελικά πληρώνει ο δανειολήπτης. Για τον λόγο αυτό, το υπουργείο Ανάπτυξης προχωρά σε σημαντικές παρεμβάσεις μέσω του νέου νομοσχεδίου για την καταναλωτική πίστη, εισάγοντας για πρώτη φορά διπλό πλαφόν στο συνολικό κόστος των δανείων.
Το βασικό ερώτημα που απασχολεί τους καταναλωτές είναι εάν τα νέα μέτρα θα οδηγήσουν σε φθηνότερα δάνεια. Η απάντηση είναι ότι για τα περισσότερα δάνεια που εξυπηρετούνται κανονικά και έχουν διάρκεια έως επτά έτη, οι αλλαγές δεν αναμένεται να επηρεάσουν ουσιαστικά το τελικό κόστος. Ωστόσο, το νέο πλαίσιο βάζει σαφή όρια στις υπερβολικές επιβαρύνσεις και περιορίζει σημαντικά τις πρόσθετες χρεώσεις που μέχρι σήμερα μπορούσαν να αυξήσουν το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης.
Τι προβλέπει το νέο πλαφόν στα καταναλωτικά δάνεια;
Το νομοσχέδιο θεσπίζει δύο διαφορετικά ανώτατα όρια. Το πρώτο αφορά το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ), το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνο τους τόκους αλλά και όλες τις επιβαρύνσεις που συνδέονται με το δάνειο. Το δεύτερο αφορά το συνολικό κόστος που μπορεί να καταβάλει ο δανειολήπτης μέχρι την πλήρη εξόφληση της οφειλής.
Για δάνεια διάρκειας έως οκτώ ετών, η συνολική επιβάρυνση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 70% του αρχικού κεφαλαίου. Για δάνεια μεγαλύτερης διάρκειας, το όριο ανεβαίνει στο 75%.
Πώς επηρεάζεται ένα δάνειο 10.000 ευρώ;
Ένα καταναλωτικό δάνειο ύψους 10.000 ευρώ με ονομαστικό επιτόκιο 12%, ΣΕΠΕ περίπου 13% και διάρκεια αποπληρωμής πέντε ετών, δημιουργεί συνολικούς τόκους περίπου 3.320 ευρώ.
Στο τέλος της περιόδου αποπληρωμής, ο δανειολήπτης θα έχει καταβάλει περίπου 13.320 ευρώ συνολικά. Η επιβάρυνση αντιστοιχεί στο 33,2% του αρχικού κεφαλαίου, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από το νέο ανώτατο όριο του 70%.
Η εικόνα αλλάζει όταν η διάρκεια αυξάνεται στα δέκα χρόνια. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό ποσό αποπληρωμής διαμορφώνεται περίπου στα 17.200 ευρώ. Από αυτά, τα 7.200 ευρώ αφορούν τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, δηλαδή το 72% του αρχικού κεφαλαίου. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στο ανώτατο όριο του 75% που προβλέπει το νομοσχέδιο για δάνεια μεγάλης διάρκειας.
Γιατί η διάρκεια αποπληρωμής παίζει καθοριστικό ρόλο;
Το ίδιο δάνειο μπορεί να εμφανίζει εντελώς διαφορετική εικόνα ανάλογα με τον χρόνο αποπληρωμής. Όσο αυξάνεται η διάρκεια, τόσο αυξάνεται και το συνολικό κόστος που προκύπτει από τους τόκους.
Σύμφωνα με τραπεζικά στοιχεία, το μέσο καταναλωτικό δάνειο στην ελληνική αγορά ανέρχεται σήμερα περίπου στα 5.000 ευρώ και εξοφλείται σε διάστημα πέντε ετών. Αντίθετα, τα δάνεια για αγορά αυτοκινήτου έχουν μέσο ύψος κοντά στις 10.000 ευρώ και συχνά αποπληρώνονται σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, γεγονός που τα φέρνει πιο κοντά στα νέα όρια.
Τι συμβαίνει όταν ο δανειολήπτης σταματήσει να πληρώνει;
Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδείχθηκαν κατά την παρουσίαση του νομοσχεδίου αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Όταν ο δανειολήπτης καθυστερεί τις δόσεις του, επιβάλλονται τόκοι υπερημερίας, οι οποίοι σήμερα αυξάνουν το επιτόκιο κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Στο παράδειγμα του δανείου των 10.000 ευρώ, το επιτόκιο θα μπορούσε να ανέβει από το 12% στο 14,5%, ενώ το ΣΕΠΕ θα πλησίαζε το 15,5%.
Ωστόσο, το άρθρο 39 του νομοσχεδίου εξαιρεί από τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ τις επιβαρύνσεις που προκύπτουν από τη μη συμμόρφωση του καταναλωτή με τη σύμβαση. Αυτό σημαίνει ότι οι τόκοι υπερημερίας και οι ποινές καθυστέρησης δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του πλαφόν, γεγονός που έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις μεταξύ τραπεζών και αρμόδιων αρχών.
Καταργούνται τα έξοδα φακέλου;
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές του νομοσχεδίου αφορά τις πρόσθετες χρεώσεις που επιβάλλουν οι πιστωτικοί φορείς.
Η νέα διάταξη προβλέπει ότι οι τράπεζες και οι εταιρείες παροχής πιστώσεων θα μπορούν να χρεώνουν μόνο πραγματικά έξοδα που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες υπηρεσίες ή σε δαπάνες υπέρ τρίτων. Δεν θα επιτρέπεται η επιβολή χρεώσεων που αποσκοπούν στην κάλυψη του λειτουργικού κόστους του πιστωτικού ιδρύματος.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα γνωστά «έξοδα φακέλου», τα οποία σήμερα διαμορφώνονται συχνά κοντά στα 200 ευρώ, οδηγούνται ουσιαστικά σε κατάργηση. Αντίθετα, θα εξακολουθήσουν να επιτρέπονται χρεώσεις για υπηρεσίες όπως ο νομικός ή τεχνικός έλεγχος ακινήτου, όταν απαιτείται εμπράγματη εξασφάλιση.
Πότε αναμένεται να εφαρμοστούν οι νέες ρυθμίσεις;
Οι διατάξεις περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναμένεται να δοθούν διευκρινίσεις για ζητήματα όπως ο υπολογισμός του κόστους σε περιπτώσεις επιμήκυνσης της διάρκειας αποπληρωμής ή μεταβολών στα κυμαινόμενα επιτόκια που συνδέονται με το euribor.
Στόχος του υπουργείου είναι να ενισχυθεί η διαφάνεια στην αγορά καταναλωτικής πίστης, να περιοριστούν οι κρυφές χρεώσεις και να γνωρίζει ο καταναλωτής από την πρώτη ημέρα ποιο θα είναι το πραγματικό κόστος του δανείου που αναλαμβάνει.
