32.6 C
Athens
23 June - 2026

Μάρμαρα Παυλίδη: Από τη Δράμα στο High Court του Λονδίνου – Οι αποτιμήσεις, ο δανεισμός και η μάχη των €133 εκατ.

Διαβάστε Επίσης

Όλα ξεκίνησαν το 2023, όταν η ιστορική «Pavlidis SA» , ένα από τα πιο εξαγωγικά ονόματα της ελληνικής μαρμαροβιομηχανίας, πωλήθηκε σε συναλλαγή που αποτιμούσε την εταιρεία γύρω στα 260 εκατ. ευρώ. Λίγους μόνο μήνες αργότερα, η αιφνιδιαστική επαναγορά της από τον Χριστόφορο Παυλίδη πυροδότησε τη ρήξη μέσα στην ίδια την οικογένεια. Τα αδέλφια Χριστίνα και Κυριάκος Παυλίδης υποστηρίζουν ότι πούλησαν τις μετοχές τους χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική αξία της εταιρείας την οποία, επικαλούμενοι πραγματογνωμοσύνη της Deloitte ανεβάζουν πολύ ψηλότερα από το τίμημα στα 466 εκατομμύρια ευρώ. Στην Ελλάδα έχει ήδη ασκηθεί κακουργηματική δίωξη για απάτη, ενώ η διαμάχη μεταφέρεται πλέον και στο High Court του Λονδίνου.

Η υπόθεση που έχει προκαλέσει αίσθηση στον επιχειρηματικό κόσμο γύρω από την πώληση και επαναγορά της Μάρμαρα Παυλίδης αποκτά πλέον και διεθνείς διαστάσεις, καθώς οι Χριστίνα και Κυριάκος Παυλίδης, μαζί με τους συζύγους τους, δρομολογούν δικαστικές ενέργειες ενώπιον του High Court της Αγγλίας και Ουαλίας διεκδικώντας αποζημιώσεις που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, υπερβαίνουν τα 133 εκατ. ευρώ. Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω του μεγέθους της συναλλαγής αλλά και λόγω των ζητημάτων εταιρικής διακυβέρνησης, αποτίμησης επιχειρήσεων και χρηματοδότησης εξαγορών που αναδεικνύει.

Σύμφωνα με την επιστολή αξιώσεων που απέστειλαν οι Βρετανοί δικηγόροι των προσφευγόντων, η πώληση της Pavlidis SA το 2023 πραγματοποιήθηκε με βάση αποτίμηση περίπου 260 εκατ. ευρώ, ενώ πραγματογνωμοσύνη της Deloitte που επικαλούνται οι ενάγοντες προσδιορίζει την αξία της εταιρείας σε περίπου 466 εκατ. ευρώ κατά την ίδια περίοδο.
Η διαφορά μεταξύ των δύο αποτιμήσεων βρίσκεται στον πυρήνα της διαμάχης.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι κρίσιμα στοιχεία που αφορούσαν τα αποθέματα του κοιτάσματος Ariston και τις μελλοντικές προοπτικές της εταιρείας δεν αποτυπώθηκαν στην εικόνα που είχαν οι μέτοχοι όταν αποφάσισαν να πωλήσουν τις συμμετοχές τους.

Παράλληλα, η υπόθεση φωτίζει και το χρηματοοικονομικό σκέλος της συναλλαγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι ενάγοντες, η εξαγορά χρηματοδοτήθηκε με τραπεζικό δανεισμό ύψους 230,2 εκατ. ευρώ, ενώ η επενδυτική δομή περιλάμβανε τις εταιρείες ECM, ARISTON, SIVEC και DOLIT.
Το γεγονός ότι λίγους μόλις μήνες μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής ακολούθησε η επαναγορά της εταιρείας από τον Χριστόφορο Παυλίδη αποτελεί επίσης βασικό σημείο της αντιπαράθεσης.
Από οικονομικής πλευράς, η υπόθεση αναδεικνύει τρία κρίσιμα ζητήματα:
* Την αξιοπιστία των αποτιμήσεων σε μεγάλες οικογενειακές επιχειρήσεις.
* Τη διαφάνεια στις εξαγορές που χρηματοδοτούνται με υψηλή μόχλευση.
* Την προστασία των μετόχων μειοψηφίας σε σύνθετες εταιρικές συναλλαγές.

Η επιλογή του High Court του Λονδίνου δεν είναι τυχαία, καθώς η σύμβαση αγοραπωλησίας περιλάμβανε ρήτρα αγγλικού δικαίου και αποκλειστικής δικαιοδοσίας των βρετανικών δικαστηρίων.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση συνεχίζει να εξελίσσεται και στην Ελλάδα, όπου σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο έχουν ήδη ασκηθεί διώξεις σε βαθμό κακουργήματος κατά του Χριστόφορου Παυλίδη και η δικαστική διερεύνηση παραμένει σε εξέλιξη.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν η αντιπαράθεση θα περιοριστεί σε μια πολυετή δικαστική σύγκρουση ή αν θα οδηγήσει σε ευρύτερες συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι μεγάλες επιχειρηματικές μεταβιβάσεις στην Ελλάδα.

Τελευταία Νέα