Επιτάχυνση των προσπαθειών για τη μετάβασή από ένα οικονομικό μοντέλο που στηρίζεται στην κατανάλωση, στις εισαγωγές και στις κατασκευές σε ένα που θα έχει κεντρικούς άξονες τις ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις, τη βιομηχανική και την τεχνολογική αναβάθμιση, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας, εισηγείται το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή του για την ελληνική οικονομία και την Απασχόληση.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική οικονομία δείχνει σταθεροποίηση, αλλά όχι ουσιαστικό μετασχηματισμό, ενώ η Ανάπτυξη, δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε πραγματική σύγκλιση με την ΕΕ. Όπως αναφέρει, η σύγκλιση στο βιοτικό επίπεδο παραμένει περιορισμένη: το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η αγοραστική δύναμη εξακολουθούν να απέχουν πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών και την ανάκαμψη που ακολούθησε την οικονομική και την υγειονομική κρίση, η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει έντονα προσανατολισμένη στον τριτογενή τομέα και στις υπηρεσίες. Το αναπτυξιακό πρότυπο παραμένει υπερβολικά εξαρτημένο από την κατανάλωση, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις και οι εξαγωγές δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρές και η συμβολή της βιομηχανίας στο συνολικό προϊόν εξακολουθεί να είναι περιορισμένη..
Παράλληλα, η έκθεση εκφράζει επιφυλάξεις για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των επενδύσεων, αναφέροντας ότι μεγάλο μέρος τους αφορά στο real estate και όχι σε τεχνολογία, εξοπλισμό και παραγωγική αναβάθμιση.
Το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναγνωρίζει πάντως ότι η εξέλιξη των μεγεθών την περίοδο 2009-2025 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία γνωρίζει μια ήπια, αλλά διακριτή αναδιάρθρωση της παραγωγής. Η βιομηχανία ενισχύει σταδιακά τη συμμετοχή της στην προστιθέμενη αξία, ενώ στις υπηρεσίες κλάδοι υψηλότερης έντασης γνώσης και τεχνολογίας αρχίζουν να αναδύονται επίσης ως σημαντικοί, υποδηλώνοντας τη σταδιακή μετατόπιση προς δραστηριότητες κρίσιμες για την ψηφιακή μετάβαση.
Παράλληλα, ενισχύονται οι επενδύσεις σε υποδομές, δίκτυα, ενέργεια και διαχείριση περιβάλλοντος, γεγονός θετικό για την πράσινη μετάβαση.
Το ινστιτούτο εκτιμά όμως ότι οι τάσεις αυτές είναι αρκετά πρόσφατες και εξελίσσονται αργά και σε βάρος άλλων βασικών κλάδων, όπως οι δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες, η εκπαίδευση και η υγεία.
Η έκθεση συσχετίζει την αργή μετάβαση προς ένα νέο τεχνοοικονομικό υπόδειγμα και την οικονομία της γνώσης με το πολύ μικρό μέγεθος της μέσης τυπικής ελληνικής επιχείρησης, και προτείνει τη συμμετοχή τους σε σε δίκτυα και ομάδες-συστάδες στο τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Όπως εκτιμά, αυτό θα μπορούσε να συμβάλει σε ένα αντισταθμιστικό πλεονέκτημα έναντι των μεγαλύτερων επιχειρήσεων και σε μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, επισημαίνει την υπερσυγκέντρωση των επιχειρήσεων γύρω από την Αθήνα και την ανάγκη ενίσχυσης των περιφερειών, αναφέροντας πως σε όσες υπάρχει πολυειδίκευση, αναδεικνύονται σε πόλους της αξίας, της απασχόλησης, της γνώσης και της καινοτομίας, ενώ οι περιφέρειες των οποίων η οικονομία βασίζεται σε μικρό αριθμό δραστηριοτήτων και σε πρότυπα μονοειδίκευσης, εμφανίζουν σχετική στασιμότητα ή απόκλιση.
Αναγκαία η αύξηση μισθών
«Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια στρατηγική ποιοτικής αναβάθμισης της εργασίας», επισημαίνει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, αφού εκτιμά ότι η αγορά εργασίας έχει ανακάμψει ποσοτικά, όμως παραμένει ποιοτικά αδύναμη.
Διευκρινίζει πως η αναβάθμιση της εργασίας «οφείλει να περιλαμβάνει ουσιαστικές αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς, ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, επέκταση της κάλυψης από Συλλογικές Συμβάσεις, πολιτικές ενεργητικής απασχόλησης για τους μακροχρόνια ανέργους, ισχυρότερη ένταξη των γυναικών και των νέων, αναβάθμιση δεξιοτήτων, περιορισμό της υπερεργασίας και βελτίωση των συνθηκών εργασίας».
