Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία μαζικής φυγής επιστημόνων και εξειδικευμένων επαγγελματιών, η Ελλάδα εμφανίζει τα πρώτα σημάδια αντιστροφής της τάσης. Η επιστροφή χιλιάδων Ελλήνων δημιουργεί αισιοδοξία, ωστόσο οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες και το ερώτημα εξακολουθεί να είναι επίκαιρο: το brain drain αποτελεί πλέον παρελθόν ή απλώς εισέρχεται σε μια νέα φάση;
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2009 άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία. Εκτός από τη δραματική αύξηση της ανεργίας και τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, προκάλεσε και ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα των τελευταίων δεκαετιών. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, στην πλειονότητά τους υψηλά καταρτισμένοι επιστήμονες, μηχανικοί, γιατροί, ερευνητές και στελέχη επιχειρήσεων, αναζήτησαν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές στο εξωτερικό.
Το φαινόμενο, γνωστό ως brain drain, αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες απώλειες ανθρώπινου κεφαλαίου για την ελληνική οικονομία. Σήμερα, όμως, τα δεδομένα δείχνουν ότι η εικόνα αρχίζει να αλλάζει. Η ανάκαμψη της οικονομίας, οι αυξημένες επενδύσεις και οι μεγαλύτερες ανάγκες των επιχειρήσεων για εξειδικευμένο προσωπικό δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα σταδιακό brain gain.
Η δεκαετία που άλλαξε την ελληνική αγορά εργασίας
Την περίοδο της οικονομικής κρίσης εκτιμάται ότι περίπου 600.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη χώρα, με μεγάλο ποσοστό να βρίσκεται στις πλέον παραγωγικές ηλικίες και να διαθέτει υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η απώλεια αυτή δεν ήταν μόνο δημογραφική αλλά και οικονομική.
Η Ελλάδα επένδυσε σημαντικούς δημόσιους πόρους για την εκπαίδευση αυτών των ανθρώπων, όμως το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής τους δραστηριότητας αξιοποιήθηκε τελικά από οικονομίες όπως η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Κάτω Χώρες και οι σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες αναζητούσαν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Τα πρώτα σημάδια αντιστροφής
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η εικόνα εμφανίζεται πιο αισιόδοξη.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που επικαλούνται επίσημες ευρωπαϊκές πηγές, περίπου 400.000 Έλληνες από όσους έφυγαν κατά τη διάρκεια της κρίσης έχουν ήδη επιστρέψει, ενώ το 2023 καταγράφηκε, για πρώτη φορά μετά το 2008, θετικό ισοζύγιο επιστροφών και αναχωρήσεων Ελλήνων πολιτών. Με απλά λόγια, περισσότεροι Έλληνες επέστρεψαν στη χώρα απ’ όσους έφυγαν εκείνη τη χρονιά.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η Ελλάδα αρχίζει να ανακτά μέρος του ανθρώπινου δυναμικού που έχασε την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιστροφή του συνολικού πληθυσμού δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την πλήρη αντιστροφή του brain drain, καθώς εξακολουθούν να μεταναστεύουν αρκετοί νέοι υψηλής εξειδίκευσης.
Γιατί επιστρέφουν οι Έλληνες
Η απόφαση επαναπατρισμού δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα.
Οι υψηλότεροι μισθοί σε ορισμένους κλάδους, η σημαντική αύξηση των επενδύσεων από πολυεθνικές εταιρείες, η ανάπτυξη των κέντρων τεχνολογίας και έρευνας, αλλά και η δυνατότητα υβριδικής ή εξ αποστάσεως εργασίας έχουν αλλάξει τις ισορροπίες.
Παράλληλα, αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις προσφέρουν πλέον ανταγωνιστικότερα πακέτα αποδοχών σε σχέση με το παρελθόν, κυρίως στους τομείς της πληροφορικής, της φαρμακοβιομηχανίας, της ενέργειας, της ναυτιλίας και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Για πολλούς, όμως, εξίσου σημαντικοί είναι και οι μη οικονομικοί λόγοι. Η ποιότητα ζωής, η εγγύτητα στην οικογένεια, το κλίμα, η ασφάλεια και η δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας στην Ελλάδα αποτελούν ισχυρά κίνητρα επιστροφής, ιδιαίτερα για όσους απέκτησαν πολύτιμη επαγγελματική εμπειρία στο εξωτερικό.
Οι επιχειρήσεις αναζητούν πλέον ταλέντα
Η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει σήμερα μια αντίφαση που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητη.
Ενώ η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις στην απασχόληση, πολλές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να βρουν εξειδικευμένο προσωπικό. Η ζήτηση είναι ιδιαίτερα έντονη για προγραμματιστές, μηχανικούς, αναλυτές δεδομένων, στελέχη κυβερνοασφάλειας, επιστήμονες υγείας και ειδικούς στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι μεγάλες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από διεθνείς τεχνολογικούς ομίλους, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των κέντρων έρευνας και καινοτομίας, έχουν αυξήσει σημαντικά τις ανάγκες για ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλές εταιρείες στρέφονται πλέον συστηματικά στους Έλληνες του εξωτερικού, προσπαθώντας να τους προσελκύσουν με καλύτερες αποδοχές και ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης.
Οι δυσκολίες παραμένουν
Παρά τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, οι λόγοι που οδήγησαν χιλιάδες νέους να φύγουν από την Ελλάδα δεν έχουν εξαφανιστεί.
Οι μισθολογικές διαφορές με τη Βόρεια Ευρώπη παραμένουν σημαντικές, ιδιαίτερα σε επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης. Ταυτόχρονα, το υψηλό κόστος στέγασης, οι περιορισμένες ευκαιρίες εξέλιξης σε ορισμένους κλάδους, η γραφειοκρατία και η αργή απονομή δικαιοσύνης εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά για αρκετούς επαγγελματίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις επιστροφές, η παρουσία Ελλήνων πτυχιούχων στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή, γεγονός που δείχνει ότι η κινητικότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου συνεχίζεται.
Brain Gain: Περισσότερο από ένας επαναπατρισμός
Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η επιτυχία του brain gain δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό όσων επιστρέφουν.
Το πραγματικό στοίχημα είναι κατά πόσο η ελληνική οικονομία μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι επιστήμονες θα επιλέγουν να μείνουν μακροπρόθεσμα, αναπτύσσοντας την καριέρα τους χωρίς να χρειάζεται να αναζητήσουν καλύτερες προοπτικές στο εξωτερικό.
Η προσέλκυση επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας, η σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγή, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, καθώς και η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να μετατραπεί η επιστροφή των επιστημόνων σε μόνιμη τάση.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταβατικό στάδιο. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι το κύμα μαζικής φυγής που χαρακτήρισε τα χρόνια της κρίσης έχει περιοριστεί αισθητά. Από την άλλη, η διεθνής αγορά εργασίας παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστική και οι Έλληνες επιστήμονες εξακολουθούν να έχουν σημαντικές ευκαιρίες εκτός συνόρων.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσοι θα επιστρέψουν, αλλά πόσοι θα επιλέξουν να χτίσουν οριστικά το επαγγελματικό και οικογενειακό τους μέλλον στην Ελλάδα.
Η απάντηση θα εξαρτηθεί λιγότερο από τα κίνητρα επαναπατρισμού και περισσότερο από την ικανότητα της χώρας να δημιουργήσει μια οικονομία που θα ανταμείβει τη γνώση, την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε το brain gain δεν θα αποτελεί απλώς έναν αισιόδοξο στόχο, αλλά μια μόνιμη αναπτυξιακή πραγματικότητα για την ελληνική οικονομία.
