Έναν πρόωρο και ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση, καθώς η νέα ενεργειακή ακρίβεια απειλεί να περιορίσει το όφελος από τις παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ και δημιουργεί πίεση για πρόσθετα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών. Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι πόσο θα διαρκέσει η αναταραχή στις διεθνείς αγορές και πόσο δημοσιονομικό χώρο μπορεί να χρησιμοποιήσει η Αθήνα χωρίς να εξαντλήσει τα περιθώριά της για το 2027.
Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει μέσα σε λίγες εβδομάδες τα δεδομένα. Το Brent παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, παρά τη διόρθωση των τελευταίων ωρών, με τις αγορές να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις γύρω από τις ενεργειακές υποδομές και τις οδούς μεταφοράς πετρελαίου στην περιοχή.
Στις 17 Σεπτεμβρίου, το Brent υποχωρούσε προς τα 104 δολάρια το βαρέλι, καθώς περιορίστηκαν προσωρινά οι φόβοι για σοβαρές ελλείψεις στην προσφορά. Η τιμή, ωστόσο, εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδα ικανά να προκαλέσουν ισχυρές πιέσεις σε καύσιμα, μεταφορές και παραγωγή.
Γιατί η άνοδος του πετρελαίου ανησυχεί την κυβέρνηση;
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην τιμή που βλέπει ο οδηγός στην αντλία. Ένα παρατεταμένο ενεργειακό ράλι περνά σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.
Το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει το κόστος των μεταφορών, επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις. Το αποτέλεσμα μπορεί να φτάσει από τα καύσιμα και τα μεταφορικά μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ.
Έτσι, ένα μέρος της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος που επιδιώκεται μέσω των φορολογικών ελαφρύνσεων κινδυνεύει να απορροφηθεί από τις αυξημένες καθημερινές δαπάνες των νοικοκυριών.
Το φυσικό αέριο φέρνει δεύτερο μέτωπο
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η εικόνα στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου.
Η τιμή αναφοράς του ολλανδικού TTF ξεπέρασε πρόσφατα τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει του χειμώνα, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, οι πιέσεις ενδέχεται να περάσουν σταδιακά στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και στη συνέχεια στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Για το οικονομικό επιτελείο, επομένως, το ενεργειακό πρόβλημα έχει δύο μέτωπα: καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα.
Ποια νέα μέτρα μπορεί να εξεταστούν;
Η κυβέρνηση παρακολουθεί την αγορά πριν λάβει αποφάσεις για πρόσθετες παρεμβάσεις. Καθοριστικός παράγοντας θα είναι η διάρκεια της κρίσης.
Εφόσον οι υψηλές τιμές αποκτήσουν μονιμότερα χαρακτηριστικά, στο τραπέζι μπορούν να επανέλθουν παρεμβάσεις όπως η ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης, η στήριξη απέναντι σε μεγάλες αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και μέτρα που θα περιορίζουν την επιβάρυνση από τα καύσιμα.
Οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν τόσο από την πορεία των διεθνών τιμών όσο και από την εκτέλεση του Προϋπολογισμού.
Το μεγάλο δίλημμα: Στήριξη τώρα ή «πυρομαχικά» για το 2027;
Εδώ βρίσκεται η δύσκολη εξίσωση για το οικονομικό επιτελείο.
Από τη μία πλευρά, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να καταστήσει αναγκαία την άμεση στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Από την άλλη, η κυβέρνηση δεν θέλει να εξαντλήσει πρόωρα τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, καθώς το 2027 αποτελεί επίσης κρίσιμο έτος για τον οικονομικό σχεδιασμό.
Η στρατηγική, επομένως, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν το σημερινό ενεργειακό σοκ αποδειχθεί προσωρινό ή εξελιχθεί σε κρίση με διάρκεια ολόκληρου του χειμώνα.
Τι δείχνει η εκτέλεση του Προϋπολογισμού;
Το θετικό στοιχείο για το οικονομικό επιτελείο είναι ότι ο Προϋπολογισμός του 2026 εμφανίζει μέχρι στιγμής καλύτερη εικόνα από τους στόχους.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία για το οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου, το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού διαμορφώθηκε περίπου στα 6,5 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,98 δισ. ευρώ.
Τα φορολογικά έσοδα, μετά την αφαίρεση συγκεκριμένων έκτακτων συναλλαγών, ανήλθαν περίπου στα 49,08 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τον στόχο κατά 1,39 δισ. ευρώ ή 2,9%.
Η υπεραπόδοση αυτή αποτελεί ένα σημαντικό «μαξιλάρι», χωρίς όμως να σημαίνει ότι ολόκληρη η διαφορά μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε νέες παροχές.
Από το 2,8% στο 3,2% και τώρα ακόμη ψηλότερα
Ο αρχικός στόχος του Προϋπολογισμού για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 είχε τεθεί στο 2,8% του ΑΕΠ. Στη συνέχεια αναθεωρήθηκε στο 3,2%, ενώ η μέχρι τώρα πορεία των εσόδων δημιουργεί προσδοκίες για καλύτερη τελική επίδοση.
Η υπέρβαση του στόχου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς όσο ισχυρότερο είναι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα τόσο περισσότερες δυνατότητες δημιουργούνται για στοχευμένες παρεμβάσεις, πάντοτε μέσα στους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις δαπάνες.
Κρίσιμο ρόλο παίζουν επίσης τα πρόσθετα έσοδα που συνδέονται με μόνιμα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής, καθώς μπορούν να επηρεάσουν ευνοϊκότερα τον διαθέσιμο χώρο για μελλοντικές παρεμβάσεις.
Ο χειμώνας γίνεται το πρώτο μεγάλο τεστ
Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν εάν η ενεργειακή αναταραχή θα αποκλιμακωθεί ή εάν η ελληνική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο, παρατεταμένο κύμα ακρίβειας.
Προς το παρόν, το οικονομικό επιτελείο έχει έναν δύσκολο στόχο: να κρατήσει διαθέσιμα κεφάλαια για την περίπτωση που απαιτηθεί στήριξη μέσα στον χειμώνα, χωρίς ταυτόχρονα να περιορίσει τις δυνατότητες για νέες παρεμβάσεις μέσα στο 2027.
Η πορεία του Brent, του φυσικού αερίου και των φορολογικών εσόδων τους επόμενους μήνες θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό πόσο εύκολη –ή πόσο ακριβή– θα αποδειχθεί αυτή η ισορροπία.
