19.7 C
Athens
27 September - 2026

Μετά τις εξαγγελίες, ο λογαριασμός: Τι μένει στην τσέπη των νοικοκυριών; (Βίντεο)

Διαβάστε Επίσης

Υπάρχει ένας απλός τρόπος για να μετρηθεί η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική εξαγγελία και την κοινωνική πραγματικότητα: να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα δισεκατομμύρια, τα ποσοστά ανάπτυξης και τους δημοσιονομικούς πίνακες και να δούμε τι συμβαίνει στο τέλος του μήνα. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός λογαριασμός.

Μετά τη ΔΕΘ, ο κατάλογος των μέτρων είναι μεγάλος: φορολογικές ελαφρύνσεις, παρεμβάσεις για μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες και οικογένειες, επιστροφή ενοικίου, αλλαγές στον ΕΝΦΙΑ και μέτρα που αφορούν τη στέγη και το ενεργειακό κόστος. Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει έναν σχεδιασμό με ορίζοντα τα επόμενα χρόνια. Το ενδιαφέρον, όμως, αρχίζει ακριβώς από εδώ: πόσο γρήγορα μετατρέπεται η εξαγγελία σε καθημερινή ανακούφιση;

Γιατί η Ελλάδα έχει πλέον μια παράξενη οικονομική συνύπαρξη. Από τη μία πλευρά, η οικονομία αναπτύσσεται και το διαθέσιμο εισόδημα ενισχύεται. Από την άλλη, η καθημερινότητα εξακολουθεί να πιέζεται από το κόστος βασικών αγαθών, υπηρεσιών και, κυρίως, της στέγασης. Ο πληθωρισμός του Αυγούστου είναι χαρακτηριστικός: σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος ρυθμός διαμορφώθηκε στο 3,8%. Ο αριθμός από μόνος του δεν λέει όλη την ιστορία. Σημασία έχει τι ακριβώς ακριβαίνει και σε ποιον λογαριασμό καταλήγει η αύξηση.

Ο μήνας τελειώνει πριν από τον μισθό

Τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς του 2025 δίνουν ίσως την πιο καθαρή εικόνα για το πώς μεταφράζεται η οικονομία στην καθημερινότητα. Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές ανήλθε σε 21.842 ευρώ, δηλαδή περίπου 1.820 ευρώ τον μήνα, αυξημένη κατά 5,5% σε σχέση με το 2024. Όμως ο μέσος όρος κρύβει μεγάλες διαφορές: στα νοικοκυριά που βρίσκονται στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής, τα τρόφιμα και η στέγαση απορροφούν το 54,4% της συνολικής δαπάνης, έναντι 34,5% στα νοικοκυριά του υψηλότερου 20%.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ύφεση για να υπάρχει οικονομική ανασφάλεια. Αρκεί ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος να δεσμεύεται από δαπάνες από τις οποίες δύσκολα μπορεί να γίνει περικοπή.

Ένα νοικοκυριό δεν πληρώνει «τον πληθωρισμό». Πληρώνει το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, το ρεύμα, το ασφάλιστρο, το φροντιστήριο, το αυτοκίνητο, την επισκευή που προέκυψε ξαφνικά. Και ακριβώς γι’ αυτό ο μέσος όρος συχνά κρύβει την πραγματικότητα: δύο οικογένειες με το ίδιο εισόδημα μπορεί να βιώνουν εντελώς διαφορετική οικονομική πίεση, ανάλογα με το ενοίκιο, τα παιδιά, το δάνειο ή την περιοχή στην οποία ζουν.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα για όσους νοικιάζουν. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία διαθέτουν κατά μέσο όρο το 23,4% του μηνιαίου προϋπολογισμού τους για τη στέγαση, με το 17,3% να αφορά το ίδιο το ενοίκιο. Η συζήτηση, επομένως, για το «διαθέσιμο εισόδημα» δεν μπορεί να γίνεται ανεξάρτητα από το κόστος της κατοικίας.

Το σπίτι είναι το μεγάλο τεστ

Εάν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο η απόσταση ανάμεσα στην οικονομική βελτίωση και την προσωπική εμπειρία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής, αυτός είναι η κατοικία. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων κατά 5,5% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Στην Αθήνα η αύξηση ήταν 5%, στη Θεσσαλονίκη 4,7%, ενώ στις λοιπές περιοχές της χώρας έφτασε το 7,1%. Και αυτό έρχεται μετά την αύξηση κατά 8,3% που καταγράφηκε στις τιμές των διαμερισμάτων το 2025, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Κάπου εδώ αλλάζει και η φύση του προβλήματος. Για έναν νέο άνθρωπο που νοικιάζει, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν αυξήθηκε ο μισθός του. Είναι αν, μετά το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τα υπόλοιπα πάγια έξοδα, μπορεί να αποταμιεύσει. Για μια οικογένεια που αναζητά κατοικία, είναι η σχέση ανάμεσα στην τιμή του ακινήτου και στο εισόδημά της. Και για κάποιον που θέλει να αγοράσει πρώτη κατοικία, είναι αν μπορεί να συγκεντρώσει την απαιτούμενη προκαταβολή χωρίς να χρειαστεί χρόνια για να το πετύχει.

Γι’ αυτό και το στεγαστικό έχει πάψει να είναι ένα ακόμη κεφάλαιο της οικονομικής πολιτικής. Έχει γίνει ένα από τα βασικά σημεία στα οποία κρίνεται αν η οικονομική βελτίωση μπορεί να μεταφραστεί σε πραγματική αλλαγή για την επόμενη γενιά.

Δύο διαφορετικά ημερολόγια

Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ουσιαστική λεπτομέρεια των εξαγγελιών: δεν έχουν όλα τα μέτρα τον ίδιο χρόνο εφαρμογής. Άλλα επηρεάζουν το εισόδημα μέσα στους επόμενους μήνες, άλλα αφορούν το φορολογικό έτος 2027 και άλλα έχουν ορίζοντα αρκετών ετών. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα μέτρο μακράς πνοής είναι λιγότερο σημαντικό. Σημαίνει, όμως, ότι δεν απαντά στο ίδιο πρόβλημα με μια παρέμβαση που μειώνει το κόστος ενός νοικοκυριού από τον επόμενο μήνα.

Ο πολίτης βρίσκεται έτσι μπροστά σε δύο διαφορετικά ημερολόγια. Το ημερολόγιο της πολιτικής, όπου τα μέτρα έχουν ορίζοντα ετών, και το ημερολόγιο της καθημερινότητας, όπου ο λογαριασμός του Σεπτεμβρίου πρέπει να πληρωθεί μέχρι το τέλος του μήνα.

Και αυτή η χρονική απόσταση έχει σημασία. Ένα μέτρο που θα αποδώσει σε δύο ή τρία χρόνια μπορεί να είναι σημαντικό για την οικονομία, αλλά δεν απαντά στο ίδιο πρόβλημα με μια παρέμβαση που μειώνει το κόστος ενός νοικοκυριού από τον επόμενο μήνα.

Η οικονομία των 18 ημερών

Υπάρχει, ωστόσο, και μια ακόμη μέτρηση που αξίζει να βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας όταν ακούμε για «διαθέσιμο εισόδημα». Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025, έξι στα δέκα νοικοκυριά δήλωσαν ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα και ότι, κατά μέσο όρο, επαρκεί για μόλις 18 ημέρες. Το 54% δήλωσε επίσης ότι αναγκάζεται να κάνει περικοπές για να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ το 55,7% δεν μπορεί ή δυσκολεύεται πολύ να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο έξοδο 500 ευρώ. Πρόκειται για στοιχεία έρευνας και αποτυπώνουν δηλωμένη οικονομική πίεση, όχι λογιστικό υπολογισμό του πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών.

Η διαφορά έχει σημασία. Γιατί αυτό που τελικά ενδιαφέρει δεν είναι μόνο πόσο αυξήθηκε το εισόδημα στα χαρτιά, αλλά πόσο από αυτό παραμένει διαθέσιμο όταν κλείσει ο μήνας.

Από την εξαγγελία στην απόδειξη

Ίσως, λοιπόν, το σωστό ερώτημα για το επόμενο διάστημα δεν είναι αν τα μέτρα είναι πολλά ή λίγα. Είναι πιο πεζό —και γι’ αυτό πιο ουσιαστικό: θα αλλάξει κάτι στον τρόπο με τον οποίο ένα νοικοκυριό βγάζει τον μήνα;

Αυτό δεν θα το απαντήσει η αίθουσα της ΔΕΘ ούτε ένας πίνακας του κρατικού προϋπολογισμού. Θα το απαντήσει το σούπερ μάρκετ. Το ενοίκιο. Ο λογαριασμός της ενέργειας. Η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να νοικιάσει ή να αγοράσει σπίτι. Η δυνατότητα μιας οικογένειας να πληρώσει μια έκτακτη δαπάνη χωρίς να αναζητήσει δανεικά.

Και, τελικά, το αν στο τέλος του μήνα μένει κάτι περισσότερο από έναν καλό τίτλο. Γιατί η πολιτική εξαγγελία έχει ημερομηνία ανακοίνωσης. Η καθημερινότητα, όμως, δεν έχει ημερομηνία λήξης.

Τελευταία Νέα