Στην κορυφή σε ό,τι αφορά στη φορολόγηση της ενέργειας και της ακίνητης περουσίας παραμένει η χώρα μας στην ΕΕ, σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν «Report on Public Finances in EMU» της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η έκθεση αναφέρει πως η χώρα μας είναι στην πρώτη θέση της στους περιβαλλοντικούς φόρους, με αιχμή τη φορολογία της ενέργειας, και στην τρίτη θέση στους φόρους περιουσίας. Ωστόσο, η εικόνα βελτιώνεται αισθητά στο μέτωπο του ΦΠΑ, καθώς το κενό μεταξύ των εσόδων που θα έπρεπε να εισπράττονται και εκείνων που τελικά καταλήγουν στα δημόσια ταμεία έχει προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πρώτη η Ελλάδα στους ενεργειακούς φόρους
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τους περιβαλλοντικούς φόρους η χώρα μας βρίκεται στην πρώτη θέση. Οι σχετικές εισπράξεις φθάνουν περίπου στο 3,7% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από τη φορολογία της ενέργειας, ενώ σαφώς μικρότερη είναι η συμμετοχή των φόρων στις μεταφορές, στη ρύπανση και στους φυσικούς πόρους. Πάντως, παρά την ευρωπαϊκή πρωτιά, τα έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκονται χαμηλότερα από το 2014.
Τρίτη θέση στους φόρους περιουσίας
Τα έσοδα από τη φορολόγηση της περιουσίας στη χώρα μας διαμορφώθηκαν το 2024 περίπου στο 2,5%-2,6% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα στην τρίτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών, πίσω από τη Γαλλία και το Βέλγιο. Το μεγαλύτερο κομμάτι των εσόδων προέρχεται από τους επαναλαμβανόμενους φόρους στην ακίνητη περιουσία, με αιχμή τον ΕΝΦΙΑ, ο οποίος αποφέρει περίπου 2,3 δισ. ευρώ ετησίως.
Πάντως, η εικόνα είναι διαφορετική σε σύγκριση με μία δεκαετία πριν. Μεταξύ 2014 και 2024 τα φορολογικά έσοδα από την περιουσία υποχώρησαν ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξέλιξη που συνδέεται μεταξύ άλλων με τις μειώσεις του ΕΝΦΙΑ, αλλά και με τις αλλαγές στη φορολογία γονικών παροχών και δωρεών, μετά την καθιέρωση αφορολόγητου ορίου έως 800.000 ευρώ.
Κλείνει το κενό ΦΠΑ
Αντίθετη πορεία καταγράφεται στο μέτωπο κατά της φοροδιαφυγής. Το VAT gap, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στον ΦΠΑ που θα έπρεπε να εισπράττεται και στα ποσά που τελικά καταλήγουν στα δημόσια ταμεία, έχει περιοριστεί σημαντικά. Για το 2023, το ελληνικό κενό ΦΠΑ κινήθηκε κοντά στο 10%, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, που διαμορφώθηκε στο 9,5% ή περίπου 128 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, η απόσταση από τα επίπεδα μιας δεκαετίας πριν έχει περιοριστεί αισθητά, εξέλιξη που συμπίπτει με την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, την ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και την ενίσχυση των διασταυρώσεων.
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς τη μικρότερη απώλεια εσόδων βρέθηκε η Αυστρία, με κενό μόλις 1%, και ακολούθησαν Φινλανδία και Κύπρος με 3%. Στον αντίποδα, η Ρουμανία εμφάνισε κενό 30% και η Μάλτα 24%.
Λιγότερο βάρος στην εργασία
Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε πολλές χώρες της ΕΕ καταγράφεται μετατόπιση μέρους του φορολογικού βάρους από την εργασία προς την κατανάλωση. Οι αλλαγές στην άμεση φορολογία εισοδήματος και στις ασφαλιστικές εισφορές οδήγησαν στις περισσότερες χώρες σε χαμηλότερα έσοδα σε σχέση με εκείνα που θα εισπράττονταν εάν στα εισοδήματα του 2025 συνέχιζαν να εφαρμόζονται οι κανόνες του 2019. Στον αντίποδα, περίπου τα 2/3 των κρατών-μελών είδαν τις παρεμβάσεις στους φόρους κατανάλωσης και κυρίως στον ΦΠΑ να ενισχύουν τα δημόσια έσοδα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων. Η ανάλυση δείχνει ότι η πλήρης προσαρμογή των φορολογικών ορίων και των ασφαλιστικών εισφορών στον πληθωρισμό θα οδηγούσε σε απώλειες εσόδων σχεδόν σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Αντίθετα, η διατήρηση των ορίων αμετάβλητων λειτουργεί ως μηχανισμός αύξησης των φορολογικών εσόδων όσο ανεβαίνουν τα ονομαστικά εισοδήματα.
