Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ απέκλεισε το ενδεχόμενο να διεκδικήσει τη γαλλική προεδρία στις εκλογές του 2027 ενώ αναφέρθηκε στη δημοσιονομική πίεση που αντιμετωπίζει η Γαλλία και την ανθεκτικότητα που επέδειξαν η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος μετά τις κρίσεις τους.
Σε συνέντευξή της στη γαλλική εφημερίδα La Croix την Τετάρτη, η Λαγκάρντ έβαλε τέλος στα σενάρια για πρόωρη αποχώρησή της από την ΕΚΤ, λίγους μήνες πριν από τη λήξη της θητείας της, προκειμένου να συμμετάσχει στην προεδρική αναμέτρηση στη Γαλλία.
«Δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα» δήλωσε η Λαγκάρντ. «Καταρχάς, τίθεται το ζήτημα της ζωτικότητας, της ενέργειας και της δύναμης. Υπάρχει επίσης αναπόφευκτα ένα στοιχείο προσωπικής θυσίας σε μια τέτοια δέσμευση. Κι εγώ είμαι 70 ετών».
I believe in societies’ ability to rediscover what unites them, President @Lagarde tells La Croix in a wide-ranging interview reflecting on her life and career.
But to do that, we need trust, respect and tolerance, and a shared purpose https://t.co/2N80YhstSz pic.twitter.com/6gKWWWkQl0
— European Central Bank (@ecb) September 30, 2026
Δημοσιονομικές προκλήσεις για τη Γαλλία
Η επικεφαλής της ΕΚΤ περιέγραψε ως ιδιαίτερα επισφαλή τη δημοσιονομική κατάσταση στη Γαλλία, υπογραμμίζοντας ότι το υψηλό χρέος απαιτεί σαφή και αξιόπιστη πολιτική απάντηση.
«Όταν το χρέος σου πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ και δεν υπάρχει σαφής πορεία για να τεθεί υπό έλεγχο η αύξησή του, αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα» δήλωσε. «Χρειάζεται μια αξιόπιστη πορεία προς τα εμπρός, συλλογική αποφασιστικότητα και μεταρρυθμίσεις για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη».
Κατά την Κριστίν Λαγκάρντ, η Γαλλία χρειάζεται να μειώσει τη γραφειοκρατία, να συνεχίσει τις αλλαγές στην αγορά εργασίας και να αντιμετωπίσει τις επιβαρύνσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα, οι οποίες συνδέονται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής.
Η Ελλάδα και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εμφανίστηκε πιο αισιόδοξη για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος επισημαίνοντας ότι οι συνθήκες διαφέρουν από εκείνες των κρίσεων του 2008 και του 2011.
«Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε ούτε στο 2008 ούτε στο 2011: το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι πολύ πιο ισχυρό. Γι’ αυτό και θα απέφευγα οποιαδήποτε πρόβλεψη. Έχω δει την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο να περνούν πολύ επώδυνες κρίσεις, να βάζουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά τους και να ανακτούν την εμπιστοσύνη. Έκτοτε, οι χώρες αυτές έχουν επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης που συχνά ξεπερνούν τον μέσο όρο».
Απαντώντας στο ερώτημα αν η κρίση έχει μετατραπεί σε μια μόνιμη συνθήκη για τη διεθνή οικονομία, η Λαγκάρντ σημείωσε ότι οι οικονομικές και χρηματοπιστωτικές αναταράξεις υπήρχαν ανέκαθεν, όμως πλέον εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και αλληλεπίδραση.
«Η Covid προκαλεί εντάσεις στην ενέργεια και τις πρώτες ύλες και στη συνέχεια έρχεται η εισβολή στην Ουκρανία, η οποία επιτείνει την ενεργειακή κρίση και την εκτίναξη του πληθωρισμού. Οι κρίσεις δεν διαδέχονται πλέον απλώς η μία την άλλη: αλληλοεπικαλύπτονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη νέα πραγματικότητα, με την οποία πρέπει πλέον να μάθουμε να ζούμε» εξήγησε.
Ενεργειακή κρίση και ευρωπαϊκή οικονομία
Ως τη σημαντικότερη άμεση απειλή για την οικονομία της Ευρώπης, η Κριστίν Λαγκάρντ προσδιόρισε την ενεργειακή κρίση που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Τόνισε ότι η εξέλιξη αυτή επηρεάζει τόσο τον πληθωρισμό όσο και τις προοπτικές ανάπτυξης.
«Για την ΕΚΤ, προτεραιότητα παραμένει η σταθερότητα των τιμών. Επομένως, η μεγαλύτερη απειλή σήμερα είναι η ενεργειακή κρίση που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Προφανώς επηρεάζει τις τιμές, αλλά και την ανάπτυξη: συχνά παραβλέπουμε τον αντίκτυπο που έχει στην οικονομική δραστηριότητα η άνοδος των τιμών των πρώτων υλών. Και πίσω από αυτή την ενεργειακή κρίση βρίσκεται μια γεωπολιτική κατάσταση που μεταβάλλεται ραγδαία» τόνισε.
