Η Ευρώπη κινδυνεύει να συνεχίσει να πληρώνει ακριβό φυσικό αέριο και το 2027, ακόμη και αν τερματιστεί ο πόλεμος με το Ιράν. Η σοβαρή διαταραχή στις διεθνείς προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), τα περιορισμένα ευρωπαϊκά αποθέματα και οι εκτεταμένες ζημιές στις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κατάρ δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια κρίση με μεγαλύτερη διάρκεια από τις ίδιες τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, που δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου, ευρωπαϊκά νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπα με τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο υψηλών ενεργειακών τιμών. Ακόμη και ένα σενάριο αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με έναν σχετικά ήπιο χειμώνα, δεν εγγυάται την επιστροφή της αγοράς στην ομαλότητα.
Οι ευρωπαϊκές τιμές αναφοράς του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί περισσότερο από 150% μέσα στο 2026, καθώς οι αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ έχουν περιορίσει τη διακίνηση ποσοτήτων LNG που αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών.
Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα με επικίνδυνα χαμηλά αποθέματα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ευρώπη δεν αφορά αποκλειστικά τις σημερινές τιμές, αλλά την ποσότητα φυσικού αερίου που θα έχει στη διάθεσή της τους επόμενους μήνες.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι την 1η Νοεμβρίου, όταν ολοκληρώνεται ουσιαστικά η περίοδος αναπλήρωσης των αποθηκών, η πληρότητά τους θα κυμαίνεται μεταξύ 75% και 78%. Πρόκειται για επίπεδα περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσει σημαντικό μέρος των ήδη περιορισμένων αποθεμάτων της για να καλύψει τις ανάγκες θέρμανσης και ηλεκτροπαραγωγής κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, ενδέχεται να έρθει την άνοιξη του 2027, όταν τα ευρωπαϊκά κράτη θα πρέπει να αναπληρώσουν εκ νέου τις αποθήκες τους, ανταγωνιζόμενα αγοραστές από την Ασία για διαθέσιμα φορτία LNG.
Το Κατάρ και οι ζημιές που δεν αποκαθίστανται με μια εκεχειρία
Στο επίκεντρο της διεθνούς ενεργειακής αναταραχής βρίσκεται το Κατάρ, ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο.
Οι ιρανικές επιθέσεις στις εγκαταστάσεις του Ras Laffan προκάλεσαν ζημιές σε υποδομές που αποτελούν βασικό πυλώνα της παγκόσμιας αγοράς LNG. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, έχει τεθεί εκτός λειτουργίας παραγωγική δυναμικότητα περίπου 12,8 εκατομμυρίων τόνων ετησίως, ενώ η πλήρης αποκατάσταση ορισμένων μονάδων μπορεί να απαιτήσει έως και πέντε χρόνια.
Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται στις κινήσεις της ίδιας της QatarEnergy. Όπως αποκάλυψε το Reuters, η εταιρεία αναζητά συμφωνίες προμήθειας αμερικανικού LNG με ορίζοντα έως το 2031, προκειμένου να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της.
Είναι μια εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία: Μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις στην παραγωγή φυσικού αερίου αναζητά ποσότητες από ανταγωνιστές της, προκειμένου να καλύψει τις απώλειες που έχει υποστεί.
Η Ευρώπη ανταγωνίζεται την Ασία για το ίδιο φυσικό αέριο
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και η Νιγηρία έχουν αυξήσει τις εξαγωγές τους, επιχειρώντας να καλύψουν μέρος του κενού που δημιουργήθηκε στην παγκόσμια αγορά.
Ωστόσο, οι πρόσθετες ποσότητες δεν αρκούν απαραίτητα για να εξισορροπήσουν τις απώλειες από τη Μέση Ανατολή.
Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον σε άμεσο ανταγωνισμό με μεγάλες ασιατικές οικονομίες, οι οποίες επίσης εξαρτώνται από εισαγωγές LNG. Όταν η προσφορά περιορίζεται, οι αγοραστές καλούνται να προσφέρουν υψηλότερες τιμές για να εξασφαλίσουν τα διαθέσιμα φορτία.
Η πίεση είναι ήδη ορατή. Στην Ιταλία, η ενεργειακή εταιρεία Edison αναγκάστηκε να αναζητήσει εναλλακτικές προμήθειες, κυρίως από τις ΗΠΑ, μετά τη διακοπή των παραδόσεων από το Κατάρ. Η αβεβαιότητα γύρω από την αποκατάσταση των προμηθειών οδήγησε μάλιστα τη γαλλική EDF να αναστείλει σχέδιο πώλησης συμμετοχής της στην ιταλική εταιρεία.
Τι σημαίνει η κρίση για την Ελλάδα
Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται έξω από αυτές τις εξελίξεις. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που συνδέει τις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις με την εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού.
Μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών μπορεί να αυξήσει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και να δημιουργήσει νέες πιέσεις στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Η τελική επίπτωση εξαρτάται από το ενεργειακό μείγμα, τις συμβάσεις προμήθειας και τη διαμόρφωση των τιμών στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά.
Η Ελλάδα επιδιώκει παράλληλα να ενισχύσει τον ρόλο της ως κόμβου εισαγωγής και διαμετακόμισης LNG προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αξιοποιώντας τις υφιστάμενες υποδομές και τον Κάθετο Διάδρομο.
Ωστόσο, η δυνατότητα πρόσβασης σε περισσότερες πηγές εφοδιασμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως και χαμηλότερες τιμές. Οι ελληνικές εισαγωγές παραμένουν εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς, ιδιαίτερα όταν η ζήτηση αυξάνεται και οι διαθέσιμες ποσότητες περιορίζονται.
Μητσοτάκης από Σύνοδο Κορυφής ΕΕ: «Να υπάρξει ευρωπαϊκή απάντηση στο κόστος ενέργειας, ζητάω πρόσθετη ευελιξία για να στηρίξουμε επιχειρήσεις και νοικοκυριά»
Το 2027 μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερο από τον φετινό χειμώνα
Η ευρωπαϊκή ενεργειακή εξίσωση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τη σχεδιαζόμενη πλήρη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG από το 2027, η οποία δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες εξεύρεσης εναλλακτικών προμηθευτών.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται επομένως να αντιμετωπίσουν δύο παράλληλες προκλήσεις: Να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου και να περιορίσουν το οικονομικό κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η εκτίναξη των ενεργειακών τιμών επανέρχεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων, με την Ελλάδα και την Ιταλία να επιδιώκουν μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια για παρεμβάσεις στήριξης.
Το ενδεχόμενο νέων μέτρων ανακούφισης των καταναλωτών βρίσκεται ήδη στην ευρωπαϊκή συζήτηση, χωρίς ωστόσο να έχει διαμορφωθεί κοινή απάντηση μεταξύ των κρατών-μελών.
Η διάρκεια της κρίσης θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες: Την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, την αποκατάσταση των εγκαταστάσεων του Κατάρ, την εξέλιξη της ζήτησης στην Ασία και τις καιρικές συνθήκες του χειμώνα.
Το βασικό συμπέρασμα των διεθνών αναλύσεων είναι ότι η λήξη μιας πολεμικής σύγκρουσης δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος των οικονομικών συνεπειών της. Οι κατεστραμμένες ενεργειακές υποδομές, οι διαταραγμένες εφοδιαστικές αλυσίδες και τα εξαντλημένα αποθέματα χρειάζονται χρόνο για να αποκατασταθούν.
Για την Ευρώπη, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι πλέον μόνο να περάσει τον χειμώνα του 2026–2027, αλλά να αποφύγει έναν ακόμη κύκλο ενεργειακής ακρίβειας που θα ακολουθήσει πολύ μετά τη σίγαση των όπλων.
