22.7 C
Athens
22 October - 2026

ΕΕ: Αλλάζει η αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος – Νέες απαιτήσεις για τράπεζες και επιχειρήσεις

Διαβάστε Επίσης

Το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο που τίθεται σε εφαρμογή από τον Ιούλιο του 2027 αλλάζει την αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος.

Τράπεζες, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμόσουν διαδικασίες και ελέγχους, ώστε να ενισχυθούν η πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος και ο εντοπισμός ύποπτων συναλλαγών.

Η αξιοποίηση αξιόπιστων δεδομένων και η Τεχνητή Νοημοσύνη αναμένεται να έχουν σημαντικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Η φετινή εκδήλωση επικεντρώθηκε στην προετοιμασία των οργανισμών για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Οι βασικές διατάξεις του ευρωπαϊκού Κανονισμού AMLR εφαρμόζονται από τις 10 Ιουλίου 2027. Το 2028, η ευρωπαϊκή Αρχή AMLA αναμένεται να αναλάβει την άμεση εποπτεία επιλεγμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών υψηλού κινδύνου, ενώ οι εθνικές εποπτικές αρχές διατηρούν κεντρικό ρόλο στο νέο πλαίσιο.

Οι επικείμενες αλλαγές, οι προκλήσεις για την αγορά και οι τεχνολογικές δυνατότητες βρέθηκαν στο επίκεντρο του 3ου Financial Crime Symposium της Deloitte, που πραγματοποιήθηκε στο Ωδείο Αθηνών με τη συμμετοχή εκπροσώπων εποπτικών αρχών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων.

Προσαρμογή στους νέους κανόνες και αποτελεσματικοί έλεγχοι

Στις συζητήσεις αναδείχθηκε η ανάγκη έγκαιρης και συντονισμένης προσαρμογής στη διακυβέρνηση, τις πολιτικές, τις διαδικασίες, τα συστήματα και το ανθρώπινο δυναμικό. Ως ουσιαστικό πρώτο βήμα επισημάνθηκαν η συστηματική αξιολόγηση των αποκλίσεων από τις νέες απαιτήσεις και η κατάρτιση σχεδίου προσαρμογής με σαφείς προτεραιότητες και ευελιξία, ώστε να ενσωματώνονται τα εξελισσόμενα τεχνικά πρότυπα και οι εποπτικές κατευθύνσεις.

Κεντρικό συμπέρασμα ήταν ότι οι οργανισμοί πρέπει να τεκμηριώνουν πως οι μηχανισμοί πρόληψης λειτουργούν αποτελεσματικά στην πράξη, εντοπίζοντας ύποπτη δραστηριότητα και υποστηρίζοντας έγκαιρες, αιτιολογημένες αποφάσεις. Η αξιολόγηση κινδύνου χρειάζεται να καθοδηγεί τόσο τις καθημερινές λειτουργίες όσο και τις στρατηγικές επιλογές, με ελέγχους ανάλογους με την πραγματική έκθεση κάθε οργανισμού.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην ενεργό συμμετοχή της διοίκησης, στις σαφείς αρμοδιότητες, στην επάρκεια πόρων και στην ουσιαστική ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου.

Δεδομένα και ΑΙ στην πρόληψη

Η ποιότητα των δεδομένων αναδείχθηκε ως καθοριστική για την αποτελεσματική πρόληψη. Αξιόπιστα και επικαιροποιημένα στοιχεία, με τεκμηριωμένη προέλευση, ενισχύουν τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη, την παρακολούθηση συναλλαγών και την εποπτική πληροφόρηση.

Η επανεξέταση του προφίλ κινδύνου όταν αλλάζουν τα χαρακτηριστικά ή η συναλλακτική συμπεριφορά των πελατών επιτρέπει την ταχύτερη αναγνώριση νέων κινδύνων. Παράλληλα, στοχευμένοι έλεγχοι και ανασχεδιασμός των διαδικασιών μπορούν να περιορίσουν περιττές καθυστερήσεις και να βελτιώσουν την εμπειρία του πελάτη.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης να υποστηρίζει τη διερεύνηση υποθέσεων, την επεξεργασία εγγράφων και την παρακολούθηση συναλλαγών. Η μετάβαση από πιλοτικές εφαρμογές στην καθημερινή λειτουργία απαιτεί σαφή στόχο, καθορισμένη ευθύνη, μετρήσιμα κριτήρια επιτυχίας και αξιόπιστα δεδομένα.

Η ανθρώπινη εποπτεία, καθώς και η δυνατότητα εξήγησης και ιχνηλάτησης των αποφάσεων, παραμένουν απαραίτητες, καθώς οι οργανισμοί διατηρούν την ευθύνη για την τεχνολογία που χρησιμοποιούν.

Κλαδικές προκλήσεις και συνεργασία

Οι κλαδικές συζητήσεις επιβεβαίωσαν ότι τα μέτρα πρόληψης πρέπει να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά κάθε επιχειρηματικού μοντέλου. Από τις πληρωμές και τη διαχείριση πιστώσεων έως την ασφάλιση, τα ακίνητα, τα τυχερά παίγνια και την αγορά έργων τέχνης και αρχαιοτήτων, η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και κατάλληλους ελέγχους.

Κοινός παρονομαστής ήταν η σημασία της συνεργασίας μεταξύ επιχειρησιακών μονάδων, επαγγελματιών κανονιστικής συμμόρφωσης, ομάδων τεχνολογίας και αρμόδιων αρχών. Η ανταλλαγή πληροφοριών, με τις προβλεπόμενες νομικές εγγυήσεις και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, μπορεί να ενισχύσει τον εντοπισμό ύποπτης δραστηριότητας και τη συνολική αποτελεσματικότητα της πρόληψης.

Η πρόληψη του οικονομικού εγκλήματος αναδείχθηκε ως στρατηγική ευθύνη που ενισχύει την ανθεκτικότητα των οργανισμών, την ακεραιότητα της αγοράς και την εμπιστοσύνη.

Ο Αλέξης Χατζηπαύλου, Partner, Risk, Regulatory & Forensic Leader της Deloitte Ελλάδος, δήλωσε: «Η προετοιμασία για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο απαιτεί σαφείς προτεραιότητες, αξιόπιστα δεδομένα και ελέγχους που λειτουργούν αποτελεσματικά στην πράξη. Είναι μια ευκαιρία για τους οργανισμούς να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους και την εμπιστοσύνη πελατών και συνεργατών.

Παράλληλα, η διαρκής εξέλιξη του οικονομικού εγκλήματος απαιτεί συνεχή μάθηση, ανταλλαγή εμπειριών και στενότερη συνεργασία. Μέσα από το Financial Crime Symposium ενισχύουμε τον διάλογο μεταξύ αγοράς και εποπτικών αρχών, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των κοινών προκλήσεων και την αναζήτηση πρακτικών λύσεων που μας επιτρέπουν να ανταποκρινόμαστε πιο αποτελεσματικά και να προετοιμαζόμαστε έγκαιρα για τις εξελίξεις».

Τελευταία Νέα