Το Ενωσιακό Τέλος Διεκπεραίωσης των 2 ευρώ για κάθε τελωνειακό είδος εφαρμόζεται από 1.11.2026 στις παραγγελίες που φτάνουν στην Ελλάδα από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιβάρυνση, η οποία προστίθεται στις ισχύουσες τελωνειακές χρεώσεις, επαναφέρει στο προσκήνιο τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για περιορισμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων.
Η χρέωση επιβάλλεται ανεξάρτητα από την αξία του προϊόντος και, ανάλογα με τους όρους της συναλλαγής και τον τρόπο διαχείρισης της εισαγωγής, μπορεί να μετακυλιστεί στον αγοραστή.
Για αποστολές αξίας έως 150 ευρώ, το νέο τέλος συνυπάρχει με τον προσωρινό τελωνειακό δασμό των 3 ευρώ ανά είδος, που ισχύει από 1 Ιουλίου 2026. Έτσι, η συνολική επιβάρυνση φτάνει τα 5 ευρώ ανά είδος.
Σύμφωνα με εγκύκλιο του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, το τέλος των 2 ευρώ δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκη σε κάθε προϊόν χωριστά. Ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται το τελωνειακό είδος: προϊόντα με ίδια δασμολογική κατάταξη και περιγραφή, καθώς και ίδια καταγωγή όπου απαιτείται, μπορούν να δηλώνονται ως ένα είδος στην ίδια αποστολή. Σε αυτή την περίπτωση, το τέλος επιβάλλεται μία φορά για το συγκεκριμένο είδος.
Όταν, αντίθετα, τα προϊόντα μιας παραγγελίας υπάγονται σε διαφορετικές τελωνειακές κατηγορίες, η χρέωση υπολογίζεται χωριστά για κάθε κατηγορία. Το ποσό καθορίζεται από τα είδη που αναγνωρίζονται στη διασάφηση και όχι απλώς από τον αριθμό των τεμαχίων.
Σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να περιορίσει τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στην Ευρώπη, ενώ εντείνονται οι διαμαρτυρίες μεγάλων βιομηχανικών κλάδων που βλέπουν την παραγωγή τους να συρρικνώνεται.
Οι ηγέτες της ΕΕ ζητούν να μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, το οποίο έφτασε τα 360 δισ. ευρώ πέρυσι. Μετά την πρόσφατη συμφωνία με το Πεκίνο για ποσόστωση στις εισαγωγές κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων, η Κομισιόν σχεδιάζει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, αντίστοιχα μέτρα για άλλες κατηγορίες προϊόντων, όπως τα χημικά, ο μηχανολογικός εξοπλισμός και τα έπιπλα.
Η ανησυχία της χημικής βιομηχανίας
Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών, ο ΣΕΧΒ, επισημαίνει τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσουν οι περιορισμοί για ελληνικές επιχειρήσεις. Τα αμυντικά εμπορικά μέτρα, όπως τα μέτρα κατά του ντάμπινγκ και των επιδοτήσεων, καθώς και τα πλαφόν στις εισαγωγές, αποσκοπούν στην προστασία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από αθέμιτο ανταγωνισμό.
Ωστόσο, η έκθεση στον κινεζικό ανταγωνισμό δεν είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις και τις αλυσίδες αξίας. Στη χημική βιομηχανία, το μεγαλύτερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι εταιρείες που παράγουν πρωτογενή υλικά, όπως πολυμερή και βασικά χημικά. Επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αυτά τα υλικά για την παραγωγή προϊόντων, όπως καλλυντικά, είτε ενισχύθηκαν είτε κατέγραψαν πολύ μικρότερες απώλειες.
Οι επιχειρήσεις αυτής της δεύτερης κατηγορίας μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά από περιοριστικά μέτρα, εφόσον αυξηθεί το κόστος των εισροών τους και, κατ’ επέκταση, το κόστος και οι τιμές των προϊόντων τους. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, όπως ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γενικός διευθυντής του ΣΕΧΒ, Πάνος Σκαρλάτος.
Κατά τον κ. Σκαρλάτο, η επέλαση των κινεζικών προϊόντων οδήγησε τα τελευταία χρόνια στο κλείσιμο εργοστασίων που αντιστοιχούν περίπου στο 10% του κλάδου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η αξιοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας παραμένει χαμηλή, περίπου στο 74%.
Ως βασικούς λόγους της υποχώρησης αναφέρονται το πολύ υψηλότερο ενεργειακό κόστος και η αδύναμη ζήτηση. Οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο του 2026 ήταν εξαπλάσιες σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Ο κ. Σκαρλάτος υπογραμμίζει ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή στις επιπτώσεις για τις εταιρείες που χρησιμοποιούν πρωτογενή χημικά. Ζητεί επίσης από την Κομισιόν μεγαλύτερη διαφάνεια στις ερευνητικές διαδικασίες, ώστε ιδίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να μπορούν να τις παρακολουθούν ευκολότερα, καθώς και τακτικές διαβουλεύσεις με τους επηρεαζόμενους παραγωγούς.
«Η χημική βιομηχανία εκτιμά ότι τα υφιστάμενα μέσα εμπορικής άμυνας διασφαλίζουν, σε γενικές γραμμές, μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων οικονομικών συμφερόντων κατά μήκος των αλυσίδων αξίας», ανέφερε ο κ. Σκαρλάτος.
Πρόσθεσε ότι ο κλάδος ζητεί επανεξέταση της εφαρμογής των κανονισμών, ώστε να προσαρμοστούν στις μελλοντικές ανάγκες, να απλουστευθούν οι διαδικασίες και να μειωθεί ο συνολικός χρόνος για την υποβολή καταγγελιών και τη διενέργεια ερευνών, προσφέροντας ταχύτερη προστασία στους πληττόμενους παραγωγούς.
Η θέση του ΣΕΒ
Ο ΣΕΒ σημειώνει ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για περιορισμό των κινεζικών εισαγωγών. Παραπέμπει σε πρόσφατο κείμενο θέσεων της ευρωπαϊκής εργοδοτικής οργάνωσης UNICE για τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις ΕΕ-Κίνας, στη σύνταξη του οποίου έχει συμβάλει.
Το κείμενο ζητεί μια ισορροπημένη ευρωπαϊκή στρατηγική, η οποία θα αντιμετωπίζει τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τις στρατηγικές εξαρτήσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτούς τους διαύλους εμπορίου και συνεργασίας με την Κίνα. Βασική προτεραιότητα παραμένουν η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού.
