14.6 C
Athens
7 November - 2026

«Ώρα μηδέν» για τις συντάξεις στην Ευρώπη – Το διανεμητικό μοντέλο πιέζεται ασφυκτικά

Διαβάστε Επίσης

Το ευρωπαϊκό συνταξιοδοτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία. Η δημογραφική γήρανση, η μείωση του ενεργού πληθυσμού και οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά θέτουν υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα των κρατών να διατηρούν στο μέλλον παροχές που για δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένες.

Για πολλούς νεότερους εργαζομένους, η σύνταξη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως βέβαιο κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ως μια παροχή με αβέβαιο ύψος και χρονικό ορίζοντα. Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται το διανεμητικό μοντέλο: οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων.

Η δημογραφική αλλαγή δοκιμάζει το κοινωνικό συμβόλαιο

Για δεκαετίες, το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι μια πολυπληθής εργαζόμενη γενιά θα μπορούσε να καλύπτει τις ανάγκες μιας μικρότερης γενιάς συνταξιούχων. Η ισορροπία αυτή μεταβάλλεται, καθώς η γενιά του baby boom περνά σταδιακά στη συνταξιοδότηση και το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται.

Όταν μειώνεται η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους, οι ασφαλιστικές εισφορές δεν επαρκούν με την ίδια ευκολία για τη χρηματοδότηση των παροχών. Τα κράτη καλούνται τότε να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης από τους προϋπολογισμούς τους, σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος και το κόστος δανεισμού περιορίζουν τα περιθώρια κινήσεων.

Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το άτυπο συμβόλαιο ανάμεσα στις γενιές: οι νεότεροι καταβάλλουν εισφορές με την προσδοκία ότι, όταν αποχωρήσουν από την εργασία, θα χρηματοδοτηθούν με τον ίδιο τρόπο από τους επόμενους.

Τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις στις κρατικές συντάξεις

Στην Ευρώπη συνυπάρχουν διαφορετικά μοντέλα. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία στηρίζονται κατά κύριο λόγο στο διανεμητικό σύστημα, με τις εισφορές να κατευθύνονται άμεσα στην πληρωμή των σημερινών συντάξεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην ανάλυση της Wall Street Journal, οι εισφορές αγγίζουν το 27% των ακαθάριστων αποδοχών στη Γαλλία και το 33% στην Ιταλία.

Στον αντίποδα, χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Δανία, η Ολλανδία και η Σουηδία, έχουν αναπτύξει υβριδικά σχήματα. Η κρατική παροχή συνδυάζεται με επαγγελματικά ταμεία, τα οποία επενδύουν κεφάλαια στις διεθνείς αγορές. Τα ταμεία αυτά λειτουργούν ως πρόσθετο απόθεμα για τις μελλοντικές παροχές, αλλά η σταθερότητα του μοντέλου συνοδεύεται συχνά από μεγαλύτερο εργασιακό βίο.

Μια ενδιάμεση κατηγορία αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία. Στο βρετανικό σύστημα η κρατική σύνταξη είναι χαμηλότερη και συμπληρώνεται από την αυτόματη εγγραφή εργαζομένων σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Η Γερμανία παραμένει κυρίως στο διανεμητικό μοντέλο, με χαμηλότερες παροχές από τη Γαλλία και μηχανισμούς που συνδέουν τον ρυθμό αύξησης των συντάξεων με τη σχέση ασφαλισμένων και συνταξιούχων.

Οι μεταρρυθμίσεις μετά την κρίση χρέους

Η κρίση χρέους της ευρωζώνης την περίοδο 2010-2015 έδειξε πόσο ευάλωτα είναι τα συνταξιοδοτικά συστήματα όταν πιέζονται οι κρατικοί προϋπολογισμοί. Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία προχώρησαν σε επώδυνες αλλαγές, υπό την πίεση της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Στην Ιταλία, το 2011 αυξήθηκε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη και συνδέθηκε με το προσδόκιμο ζωής. Η Ισπανία αύξησε τα έτη εργασίας που λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της σύνταξης, ενώ στην Ελλάδα οι συντάξεις μειώθηκαν έως και κατά 40%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται.

Η Γαλλία αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Η προσπάθεια του Εμανουέλ Μακρόν το 2023 να αυξήσει σταδιακά το όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις και απεργίες. Η μεταρρύθμιση, όπως αναφέρεται στην πηγή, έχει έκτοτε παγώσει.

Η γαλλική πίεση και το κόστος της αδράνειας

Η δυσκολία εφαρμογής μεταρρυθμίσεων γίνεται εντονότερη όταν συνδυάζεται με υψηλό χρέος. Το γαλλικό δημόσιο χρέος, σύμφωνα με τα στοιχεία του κειμένου, έχει φθάσει τα 3,6 τρισ. ευρώ, από 2,2 τρισ. ευρώ το 2017. Η κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση να μειώσει δαπάνες, την ώρα που το συνταξιοδοτικό παραμένει πολιτικά εξαιρετικά ευαίσθητο.

Το δίλημμα είναι σύνθετο: η αύξηση ορίων ηλικίας, η μείωση παροχών ή η αύξηση εισφορών μπορούν να βελτιώσουν τα δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά ενδέχεται να προκαλέσουν ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.

Το όριο των εισφορών και το «συνταξιοδοτικό περιθώριο»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έννοια του «συνταξιοδοτικού περιθωρίου», δηλαδή της δυνατότητας ενός κράτους να αυξάνει εισφορές χωρίς να υπονομεύει την απασχόληση και, τελικά, τα δημόσια έσοδα. Μελέτη των οικονομολόγων Μπούρκχαρντ Χέερ, Βίτο Πολίτο και Μάικλ Ρ. Γουίκενς, όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, εκτιμά ότι το περιθώριο αυτό ήταν άνω του 40% στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά κάτω από 10% σε Γαλλία και Ιταλία.

Η ίδια πρόβλεψη τοποθετεί την εξάντληση αυτού του περιθωρίου έως το 2030 για τις δύο τελευταίες χώρες. Σε μια τέτοια συνθήκη, η περαιτέρω επιβάρυνση της εργασίας μπορεί να αποδειχθεί αντιπαραγωγική, επειδή περιορίζει την απασχόληση και τη φορολογική βάση.

Στη Γερμανία, παρά το όριο συνταξιοδότησης στα 67 έτη και τις συγκριτικά χαμηλότερες παροχές, το κράτος χρειάζεται να διαθέτει πάνω από 110 δισ. ευρώ τον χρόνο για να καλύπτει το έλλειμμα του ασφαλιστικού συστήματος. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μεμονωμένη δαπάνη του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται.

Η αλλαγή μοντέλου δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη

Η μετατροπή ενός αμιγώς διανεμητικού συστήματος σε σύστημα με μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση δεν είναι απλή υπόθεση. Για να δημιουργηθούν επενδυτικά αποθέματα απαιτούνται δεκαετίες σταθερών εισφορών. Στο μεταβατικό στάδιο, μια γενιά εργαζομένων κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με διπλή επιβάρυνση: να πληρώνει τις συντάξεις των σημερινών δικαιούχων και ταυτόχρονα να αποταμιεύει για τη δική της μελλοντική παροχή.

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η διοχέτευση ενός μέρους των σημερινών εισφορών σε νέα επενδυτικά ταμεία θα δημιουργούσε άμεσα κενό στη χρηματοδότηση των υφιστάμενων συντάξεων. Η κάλυψή του θα απαιτούσε πρόσθετο δανεισμό, σε μια χώρα με χρέος που, σύμφωνα με το κείμενο, υπερβαίνει το 117% του ΑΕΠ.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση για τις συντάξεις αφορά, επομένως, κάτι ευρύτερο από τεχνικούς δημοσιονομικούς κανόνες. Αφορά το πώς θα μοιραστεί το βάρος ανάμεσα στις γενιές, πόσο θα διαρκεί ο εργασιακός βίος και ποια ασφάλεια θα μπορεί να προσφέρει το κράτος στους πολίτες του τις επόμενες δεκαετίες.

Τελευταία Νέα