Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 με σαφώς βελτιωμένο κλίμα και αισθητή υποχώρηση της απαισιοδοξίας, σύμφωνα με την Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας που δημοσιοποίησε το ΙΟΒΕ στο τέλος του 2025. Παρά την επίμονη ακρίβεια και τις αναταράξεις στην αγορά από τις αγροτικές κινητοποιήσεις, η συνολική εικόνα είναι θετικότερη, με τη χώρα να κινείται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος στην Ελλάδα ενισχύθηκε τον Δεκέμβριο στις 107,4 μονάδες από 105,9 τον Νοέμβριο, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή ανοδική πορεία. Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή οικονομία εμφανίζει σημάδια κόπωσης, με τον αντίστοιχο δείκτη να παραμένει στις 97,7 μονάδες, κάτω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο. Η διαφορά των 9,7 μονάδων υπέρ της Ελλάδας υπογραμμίζει τη μεγαλύτερη αντοχή και τις καλύτερες προοπτικές της εγχώριας οικονομίας. Η μοναδική έντονα αρνητική εξαίρεση στη γενική βελτίωση αφορά τον Τουρισμό. Ο κλάδος Ξενοδοχείων, Εστιατορίων και Τουριστικών Πρακτορείων κατέγραψε απότομη πτώση, με τον σχετικό δείκτη να καταρρέει στις 79,5 μονάδες από 113,4, αποτυπώνοντας έντονη αβεβαιότητα για την τρέχουσα και τη βραχυπρόθεσμη πορεία του.
Βιομηχανία: Στροφή προς την απασχόληση
Ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η εικόνα στη Βιομηχανία, όπου καταγράφεται θεαματική βελτίωση στις προσδοκίες για την απασχόληση. Ο δείκτης προβλέψεων εκτινάχθηκε στις +20 μονάδες από +4, με το 25% των επιχειρήσεων να αναμένει αύξηση θέσεων εργασίας και μόλις το 5% να προβλέπει μείωση. Το στοιχείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο η βιομηχανία συνεχίζει να πιέζεται από το ενεργειακό κόστος και την αδύναμη ζήτηση. Η ελληνική βιομηχανία φαίνεται πλέον να διαθέτει περιθώρια προσαρμογής, απορροφώντας κραδασμούς και στηρίζοντας την απασχόληση.
Κατασκευές: Ιστορικά υψηλά
Ο κλάδος των Κατασκευών ξεχωρίζει με επιδόσεις που εντυπωσιάζουν. Ο δείκτης ανήλθε στις 161,6 μονάδες, μία από τις υψηλότερες τιμές που έχουν καταγραφεί διαχρονικά, τη στιγμή που στην ευρωζώνη κινείται κοντά στις 98 μονάδες. Η άνοδος τροφοδοτείται κυρίως από τη ζήτηση για ιδιωτικά έργα και ανακαινίσεις, με τον σχετικό δείκτη να αγγίζει τις 198,7 μονάδες. Η έντονη δραστηριότητα αποτυπώνεται και στην έλλειψη εργατικού δυναμικού, που δηλώνεται από το 74% των επιχειρήσεων του κλάδου.
Λιανεμπόριο και καταναλωτές: Μικρά βήματα, συγκρατημένη αισιοδοξία
Στον αντίποδα, το Λιανικό Εμπόριο και η καταναλωτική εμπιστοσύνη κινούνται με σαφώς πιο αργούς ρυθμούς. Οι πιέσεις στην κατανάλωση παραμένουν, ωστόσο οι καταναλωτές εμφανίζονται ελαφρώς λιγότερο απαισιόδοξοι. Ο δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης βελτιώθηκε στο -47,0 από -51, την ώρα που στην Ευρώπη επιδεινώθηκε. Αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, η τάση βελτίωσης δημιουργεί προσδοκίες ότι η μείωση της ανεργίας και τα μέτρα στήριξης αρχίζουν σταδιακά να γίνονται αισθητά στο εισόδημα των νοικοκυριών.
Υπηρεσίες: Διπλή εικόνα
Στις Υπηρεσίες, η εικόνα είναι μικτή. Ο γενικός δείκτης ενισχύθηκε στις 116,7 μονάδες, με ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις για τη ζήτηση του επόμενου τριμήνου. Ωστόσο, η έντονη υποχώρηση στον τουριστικό κλάδο λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ανάκαμψη δεν είναι ομοιόμορφη και παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς παράγοντες, όπως οι κινητοποιήσεις και τα προβλήματα μετακίνησης. Συνολικά, η έρευνα του ΙΟΒΕ σκιαγραφεί μια οικονομία που ανακάμπτει μεν ταχύτερα από την Ευρώπη, αλλά με διαφορετικές ταχύτητες στο εσωτερικό της. Η πρόκληση για το επόμενο διάστημα είναι η θετική δυναμική να περάσει πιο αποφασιστικά στο λιανεμπόριο, στον τουρισμό και –τελικά– στην καθημερινότητα των πολιτών.
