31 C
Athens
11 June - 2026

Η οικονομία των αριθμών και η κοινωνία των λογαριασμών

Διαβάστε Επίσης

Υπάρχει μια Ελλάδα που ευημερεί και μια Ελλάδα που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα. Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για την ίδια χώρα.

Αν ακούσει κανείς την επίσημη αφήγηση, η εικόνα μοιάζει σχεδόν ειδυλλιακή. Η ανάπτυξη κινείται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίζουν τη χώρα. Τα δημόσια έσοδα αυξάνονται. Οι επενδύσεις έρχονται. Το χρέος ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος μειώνεται. Οι αγορές χειροκροτούν. Οι Βρυξέλλες επιδοκιμάζουν.

Και όμως, έξω από τις αίθουσες των συνεδρίων και τα οικονομικά φόρουμ, υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δεν μετριέται σε ποσοστά ανάπτυξης αλλά σε αποδείξεις σούπερ μάρκετ, λογαριασμούς ρεύματος, ενοίκια και δόσεις. Για τον μέσο πολίτη, η οικονομία δεν είναι οι δείκτες. Είναι το αν γεμίζει το ψυγείο στο τέλος του μήνα.

Και εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Η Ελλάδα του 2026 εμφανίζει ένα παράδοξο που θα έπρεπε να απασχολεί πολύ περισσότερο το πολιτικό σύστημα. Η οικονομία αναπτύσσεται αλλά η κοινωνία δεν αισθάνεται πλουσιότερη. Τα στοιχεία μπορεί να βελτιώνονται, όμως η καθημερινότητα παραμένει ασφυκτική.

Οι μισθοί εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με την Ευρώπη. Τα ενοίκια έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη για χιλιάδες νέους. Η αγορά κατοικίας θυμίζει ολοένα και περισσότερο επενδυτικό προϊόν παρά κοινωνικό αγαθό. Το κόστος ζωής ανεβαίνει ταχύτερα από την αίσθηση ασφάλειας των νοικοκυριών.

Το βαθύτερο πρόβλημα όμως δεν είναι η ακρίβεια. Η ακρίβεια είναι το σύμπτωμα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει λιγότερο από όσο καταναλώνει.

Εισάγουμε περισσότερα από όσα εξάγουμε. Εξαρτόμαστε από τον τουρισμό, τις υπηρεσίες και τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Η παραγωγική ανασυγκρότηση που ακούμε εδώ και δεκαετίες παραμένει περισσότερο σύνθημα παρά πραγματικότητα.

Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η ανάπτυξη έρχεται, αλλά δεν ριζώνει. Τα χρήματα κυκλοφορούν, αλλά δεν μετατρέπονται σε διατηρήσιμη ευημερία. Η χώρα βελτιώνεται δημοσιονομικά, αλλά ο πολίτης αισθάνεται ότι μένει στάσιμος.

Το πολιτικό σύστημα κάνει συχνά το λάθος να θεωρεί ότι οι πολίτες δεν καταλαβαίνουν τους αριθμούς. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τους καταλαβαίνουν πολύ καλά. Απλώς τους συγκρίνουν με τον δικό τους λογαριασμό.

Όταν η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη και ο πολίτης πληρώνει 800 ευρώ ενοίκιο για ένα διαμέρισμα που πριν λίγα χρόνια κόστιζε τα μισά, η σύγκρουση δεν είναι πολιτική. Είναι βιωματική.

Γι’ αυτό και η δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται, όσο θετικά κι αν είναι τα μακροοικονομικά στοιχεία. Η Ελλάδα σήμερα δεν θυμίζει τη χρεοκοπημένη χώρα του 2015. Αλλά δεν θυμίζει ούτε μια κοινωνία που αισθάνεται ότι προοδεύει με ασφάλεια.

Βρίσκεται κάπου στη μέση. Με καλύτερους αριθμούς και με τους ίδιους σχεδόν φόβους. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας: οι αγορές εμπιστεύονται περισσότερο την Ελλάδα από ό,τι οι ίδιοι οι Έλληνες το μέλλον τους. Μέχρι να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, κάθε πανηγυρισμός για τους οικονομικούς δείκτες θα μοιάζει με εκείνον τον διάσημο αφορισμό που αποδίδεται στον Βρετανό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Ντισραέλι: «Υπάρχουν τρία είδη ψεύδους: τα ψέματα, τα καταραμένα ψέματα και οι στατιστικές».

Γιατί στο τέλος της ημέρας, η οικονομία δεν κρίνεται από τα δελτία Τύπου. Κρίνεται από το αν ο πολίτης μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του. Και εκεί βρίσκεται ακόμη ο μεγάλος, άλυτος λογαριασμός της χώρας.

Τελευταία Νέα