Με την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ κορυφώνεται, για ακόμη μία χρονιά, η αναζήτηση φοιτητικής κατοικίας, σε μια αγορά όπου τα ενοίκια εξακολουθούν να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Οι υποψήφιοι φοιτητές και οι οικογένειές τους καλούνται να διαχειριστούν αυξημένο κόστος στέγασης, την ώρα που η διαθεσιμότητα ποιοτικών ακινήτων παραμένει περιορισμένη, ειδικά στην Αθήνα, όπου περίπου επτά στα δέκα διαθέσιμα διαμερίσματα έχουν κατασκευαστεί πριν από τη δεκαετία του 1980, ενώ λιγότερο από το 15% του αποθέματος αφορά κατοικίες που ανεγέρθηκαν μετά το 2000.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δικτύου αγγελιών Spitogatos, οι μέσες ζητούμενες τιμές μίσθωσης κατοικιών σε πανελλαδικό επίπεδο ήταν αυξημένες κατά 5,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Στην Αθήνα, η ετήσια άνοδος για τις φοιτητικές κατοικίες στο κέντρο της πόλης διαμορφώθηκε στο 6,6%, έναντι 7,1% που είχε καταγραφεί την προηγούμενη χρονιά, με τη μέση ζητούμενη τιμή να φθάνει πλέον τα 13,3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στις αναζητήσεις των ενδιαφερομένων. Στον Δήμο Αθηναίων, όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, η μέση τιμή αναζήτησης διαμορφώνεται στα 543 ευρώ μηνιαίως. Χαμηλότερα κινούνται τα δυτικά προάστια, με μέσο επίπεδο αναζήτησης τα 492 ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των μέσων σταθερής τροχιάς και των δημόσιων συγκοινωνιών στη διεύρυνση των επιλογών των φοιτητών. Στον Πειραιά, η μέση τιμή αναζήτησης ανέρχεται στα 520 ευρώ, ενώ στα προάστια του λιμανιού διαμορφώνεται στα 512 ευρώ.
Αντίστοιχη ανοδική τάση καταγράφεται και στη Θεσσαλονίκη. Στο κέντρο της πόλης οι ζητούμενες τιμές αυξήθηκαν κατά 5,2% σε ετήσια βάση, αγγίζοντας τα 12,9 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η μέση τιμή αναζήτησης από τους υποψήφιους φοιτητές διαμορφώνεται στα 496 ευρώ τον μήνα, ενώ στις περιφερειακές περιοχές του δήμου υποχωρεί στα 446 ευρώ, διατηρώντας ένα αισθητό πλεονέκτημα κόστους σε σχέση με το ιστορικό κέντρο.
Στις υπόλοιπες μεγάλες φοιτητουπόλεις της χώρας η εικόνα εμφανίζει διαφοροποιήσεις. Στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου η ζήτηση παραμένει έντονη λόγω της ισχυρής πανεπιστημιακής παρουσίας, η μέση τιμή αναζήτησης διαμορφώνεται στα 449 ευρώ. Στην Πάτρα ανέρχεται στα 398 ευρώ, ενώ στα Ιωάννινα διαμορφώνεται οριακά υψηλότερα, στα 402 ευρώ.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν τα Χανιά, όπου η μέση τιμή αναζήτησης φθάνει τα 465 ευρώ. Η έντονη τουριστική δραστηριότητα και η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης εξακολουθούν να περιορίζουν το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Συνολικά, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Αθήνα εξακολουθεί να αποτελεί τη φοιτητούπολη με το υψηλότερο κόστος στέγασης, ακολουθούμενη από τη Θεσσαλονίκη, ενώ οι μεγάλες περιφερειακές πανεπιστημιουπόλεις διατηρούν χαμηλότερα επίπεδα τιμών. Ωστόσο, ακόμη και στις περιοχές αυτές, το κόστος στέγασης παραμένει σημαντικά αυξημένο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, επιβαρύνοντας ολοένα περισσότερο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς σε μια περίοδο που η αναζήτηση φοιτητικής κατοικίας εισέρχεται στην πιο απαιτητική φάση της.

Η κατάσταση και η ποιότητα των διαθέσιμων κατοικιών αποτελούν πλέον βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των ενοικίων, καθώς τα ανακαινισμένα ακίνητα συγκεντρώνουν αυξημένη ζήτηση και, κατά κανόνα, υψηλότερες ζητούμενες τιμές. Τα στοιχεία του Spitogatos αποτυπώνουν ότι στην Αττική τα μεγαλύτερα ποσοστά κατοικιών που διατίθενται προς μίσθωση και χαρακτηρίζονται ως ανακαινισμένες εντοπίζονται στα Εξάρχεια–Νεάπολη, όπου το ποσοστό φθάνει το 76%, στη Δάφνη με 74% και στο Παγκράτι με 73%.
Αντίθετα, στου Ζωγράφου –μία από τις πλέον δημοφιλείς περιοχές για τη φοιτητική στέγη λόγω της γειτνίασής της με πανεπιστημιακές σχολές– το ποσοστό των ανακαινισμένων κατοικιών περιορίζεται στο 59%, γεγονός που αναδεικνύει τις διαφοροποιήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη και μεταξύ των βασικών φοιτητικών «πυρήνων» της πρωτεύουσας. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι, πέρα από τη θέση του ακινήτου, η ηλικία και ο βαθμός ανακαίνισής του αποτελούν πλέον κρίσιμα κριτήρια που επηρεάζουν τόσο τη ζήτηση όσο και το τελικό επίπεδο των ζητούμενων ενοικίων.

Ιδιαίτερα υψηλή παραμένει η παρουσία ανακαινισμένων κατοικιών και σε άλλες δημοφιλείς περιοχές της Αθήνας που συγκεντρώνουν έντονο φοιτητικό ενδιαφέρον. Στα Ιλίσια, περίπου επτά στις δέκα διαθέσιμες κατοικίες δηλώνονται ως ανακαινισμένες, αντίστοιχο ποσοστό καταγράφεται στην ευρύτερη περιοχή Πατησίων–Αττικής, ενώ χαμηλότερα, στο 55%, διαμορφώνεται το ποσοστό στον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Ελευθέριο και σε άλλες γειτονιές της πρωτεύουσας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατηγοριοποίηση ενός ακινήτου ως ανακαινισμένου βασίζεται στη δήλωση του ιδιοκτήτη ή του αγγελιοδότη και δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη την έκταση ή το είδος των εργασιών που έχουν πραγματοποιηθεί.
Η ανακαίνιση, πάντως, αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις ζητούμενες τιμές ενοικίασης, καθώς τα αναβαθμισμένα ακίνητα διατηρούν σημαντικό «premium» έναντι των μη ανακαινισμένων. Στα Ιλίσια, η μέση ζητούμενη τιμή για ανακαινισμένες κατοικίες ανέρχεται στα 14,7 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα, έναντι 13 ευρώ ανά τ.μ. για τα μη ανακαινισμένα. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στη Δάφνη, όπου οι ανακαινισμένες κατοικίες μισθώνονται κατά μέσο όρο προς 15,1 ευρώ ανά τ.μ., όταν οι μη ανακαινισμένες διαμορφώνονται στα 13 ευρώ ανά τ.μ.
Στου Ζωγράφου, μια από τις μεγαλύτερες φοιτητικές αγορές της χώρας, η μέση ζητούμενη τιμή αυξάνεται από τα 11,7 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για τα μη ανακαινισμένα στα 13 ευρώ για τα ανακαινισμένα ακίνητα. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στην περιοχή του Γκύζη, όπου η «ψαλίδα» αγγίζει τα 3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο: οι μη ανακαινισμένες κατοικίες προσφέρονται κατά μέσο όρο προς 10,6 ευρώ ανά τ.μ. τον μήνα, ενώ οι ανακαινισμένες φθάνουν τα 13,6 ευρώ ανά τ.μ., επιβεβαιώνοντας ότι η ποιότητα του ακινήτου εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης των ενοικίων στη φοιτητική κατοικία.

Πέρα από την κατάσταση του ακινήτου, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ζητούμενων ενοικίων διαδραματίζει και το έτος κατασκευής, καθώς η ηλικία του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος διαφοροποιείται σημαντικά από περιοχή σε περιοχή.
Στο κέντρο της Αθήνας κυριαρχούν τα παλαιά ακίνητα, καθώς σχεδόν επτά στις δέκα κατοικίες (69,2%) που προσφέρονται για φοιτητική στέγη έχουν ανεγερθεί πριν από το 1980. Το 17,3% αφορά κατοικίες που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1980-1999, ενώ μόλις το 13,6% του διαθέσιμου αποθέματος είναι νεότερης κατασκευής, δηλαδή από το 2000 και μετά. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τον έντονα γερασμένο χαρακτήρα του κτιριακού αποθέματος στο κέντρο της πρωτεύουσας, όπου η ζήτηση παραμένει ιδιαίτερα υψηλή λόγω της εγγύτητας στα πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Αντίθετα, στα δυτικά προάστια της Αθήνας το διαθέσιμο απόθεμα εμφανίζει πιο ισορροπημένη ηλικιακή κατανομή. Οι κατοικίες που έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980 αντιστοιχούν στο 41,4% του συνόλου, το 36% προέρχεται από την περίοδο 1980-1999, ενώ το 22,6% αφορά ακίνητα που ανεγέρθηκαν μετά το 2000. Η μεγαλύτερη παρουσία νεότερων κατοικιών ενισχύει την ελκυστικότητα των δυτικών προαστίων για τους φοιτητές, ιδίως όταν συνδυάζεται με χαμηλότερα ενοίκια και ικανοποιητική πρόσβαση στο δίκτυο των μέσων μαζικής μεταφοράς.
