Τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας και της δυνατότητας μιας χώρας να καλύπτει τις ανάγκες της με δικούς της ενεργειακούς πόρους ανέδειξε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στην ΕΡΤ. Όπως υπογράμμισε, το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται διεθνώς καθιστά επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της Ελλάδας, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες και διεθνείς κρίσεις.
Νέα συνεργασία Chevron – HELLENIQ ENERGY για έρευνες στο Νότιο Ιόνιο
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα μεταξύ της Chevron και της HELLENIQ ENERGY, κατά την οποία επιβεβαιώθηκε η ολοκλήρωση των απαραίτητων διαδικασιών για τη συμμετοχή του αμερικανικού ενεργειακού κολοσσού σε ακόμη μία θαλάσσια παραχώρηση της χώρας.
Συγκεκριμένα, η Chevron πρόκειται να συμμετάσχει, σε συνεργασία με τη HELLENIQ ENERGY, στο θαλάσσιο οικόπεδο Block 10, το οποίο βρίσκεται ανοιχτά του Κυπαρισσιακού Κόλπου, στη θαλάσσια περιοχή του νοτίου Ιονίου. Πρόκειται για το πέμπτο κατά σειρά θαλάσσιο οικόπεδο στο οποίο η εταιρεία εκδηλώνει ενδιαφέρον στην Ελλάδα, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω το επενδυτικό αποτύπωμά της στη χώρα.
Η Ελλάδα στο επίκεντρο των μεγαλύτερων ενεργειακών ομίλων
Ο κ. Παπασταύρου χαρακτήρισε ιδιαίτερα θετική την εξέλιξη αυτή, τονίζοντας ότι αποδεικνύει πως η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μεγαλύτερων ενεργειακών εταιρειών παγκοσμίως.
Όπως σημείωσε, η παρουσία τόσο της Chevron όσο και της ExxonMobil στις ελληνικές έρευνες υδρογονανθράκων αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης προς τη χώρα και τις προοπτικές του ενεργειακού της τομέα. Παράλληλα, επισήμανε ότι η ανάπτυξη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ και υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία, ενώ πρέπει να πραγματοποιείται με αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές και διεθνή πρότυπα ασφαλείας.
Προοπτική εσόδων έως 10 δισ. δολάρια από το Βορειοδυτικό Ιόνιο
Αναφερόμενος στις έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη στο Βορειοδυτικό Ιόνιο, ο υπουργός τόνισε ότι η ερευνητική γεώτρηση της κοινοπραξίας ExxonMobil, Energean και HELLENIQ ENERGY αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον προσεχή Φεβρουάριο.
Σε περίπτωση που οι έρευνες εντοπίσουν αξιοποιήσιμο κοίτασμα φυσικού αερίου ή άλλων υδρογονανθράκων, η εκμετάλλευσή του θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα δημόσια έσοδα που εκτιμώνται έως και στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με τις προβλέψεις της κοινοπραξίας.
Σημαντικό ποσοστό των κερδών θα κατευθύνεται στο Δημόσιο
Ο κ. Παπασταύρου διευκρίνισε ότι τα συνολικά έσοδα του ελληνικού Δημοσίου από πιθανή εκμετάλλευση κοιτασμάτων υπολογίζονται περίπου στο 38% έως 40% των καθαρών κερδών.
Όπως ανέφερε, η αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων δεν θα ενισχύσει μόνο την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας, αλλά θα δημιουργήσει και σημαντικά οικονομικά οφέλη για την κοινωνία, καθώς τα επιπλέον δημόσια έσοδα θα μπορούν να αξιοποιηθούν για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών πολιτικών.
«Με την Ελλάδα και τους Έλληνες»
Απαντώντας στο ερώτημα αν η χώρα πρέπει να επενδύσει κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή στους υδρογονάνθρακες, ο υπουργός υποστήριξε ότι η απάντηση βρίσκεται σε μια ισορροπημένη στρατηγική που θα αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει το σύνολο των φυσικών της πόρων και να διαμορφώσει ένα ενεργειακό μείγμα που θα διασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή ενεργειακή αυτονομία. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων δεν αναιρεί τη δέσμευση της χώρας για βιώσιμη ανάπτυξη, πράσινη μετάβαση και απανθρακοποίηση της οικονομίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί απαραίτητο καύσιμο μετάβασης, θέση που πλέον αναγνωρίζεται και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θεαματική αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ
Ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στην πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Όπως ανέφερε, η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ έχει αυξηθεί από τα 6,3 GW το 2019 στα 18 GW σήμερα.
Παράλληλα, περίπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στη χώρα προέρχεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβαλε σημαντικά στον περιορισμό των επιπτώσεων από τις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου.
Προτεραιότητα η αποθήκευση ενέργειας
Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στην ανάγκη ανάπτυξης συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για την αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ και τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος.
Όπως εξήγησε, μέχρι τον Μάρτιο του 2025 δεν υπήρχαν μονάδες αποθήκευσης συνδεδεμένες στο εθνικό δίκτυο. Από την 1η Απριλίου τέθηκαν σε λειτουργία οι πρώτες εγκαταστάσεις συνολικής ισχύος 32 MW, ενώ σήμερα η δυναμικότητα προσεγγίζει τα 200 MW.
Ο στόχος του υπουργείου είναι μέχρι το τέλος του έτους η αποθηκευτική ισχύς να φθάσει τα 700 έως 800 MW, ενώ έως το 2027 να διαμορφωθεί μεταξύ 1,2 και 1,4 GW, ενισχύοντας σημαντικά την ευστάθεια και την αξιοπιστία του ενεργειακού συστήματος.
Επενδυτικό ενδιαφέρον για την αύξηση κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ
Κλείνοντας, ο κ. Παπασταύρου αναφέρθηκε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, η διαδικασία της οποίας ξεκίνησε με το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών. Όπως υπογράμμισε, η ανταπόκριση της επενδυτικής κοινότητας είναι ιδιαίτερα θετική, με ισχυρό ενδιαφέρον από μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και άλλων χωρών. Παράλληλα, τόνισε ότι το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί το 51% του μετοχικού κεφαλαίου, εξασφαλίζοντας τον έλεγχο των στρατηγικών ενεργειακών δικτύων της χώρας.
