Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού για το 2027 βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο του κυβερνητικού σχεδιασμού, με το οικονομικό επιτελείο να επεξεργάζεται σενάρια που προβλέπουν αποδοχές από 970 έως ακόμη και 1.000 ευρώ. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο η εφαρμογή της αναπροσαρμογής να επισπευσθεί και να τεθεί σε ισχύ από τις αρχές του έτους, πιθανότατα τον Φεβρουάριο, αντί για τον Απρίλιο, όπως ισχύει μέχρι σήμερα.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν μέσα στο καλοκαίρι και να ενταχθούν στο πακέτο οικονομικών μέτρων που θα παρουσιάσει ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο. Κεντρικός στόχος της κυβέρνησης είναι η περαιτέρω ενίσχυση των εισοδημάτων, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Πόσο μπορεί να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός το 2027;
Το βασικό κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός θα ξεπεράσει τον στόχο των 950 ευρώ, ο οποίος είχε τεθεί για το τέλος της τετραετίας. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε προαναγγείλει ήδη από το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ότι οι αποδοχές θα υπερβούν το συγκεκριμένο όριο, υπενθυμίζοντας ότι από τα 650 ευρώ το 2019 ο κατώτατος μισθός έχει διαμορφωθεί σήμερα στα 920 ευρώ.
Στο τραπέζι βρίσκονται τρία διαφορετικά σενάρια. Το πρώτο προβλέπει αύξηση περίπου 50 ευρώ, με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στα 970 ευρώ. Το δεύτερο σενάριο προβλέπει μεγαλύτερη αναπροσαρμογή, ύψους 60 έως 70 ευρώ, οδηγώντας τον βασικό μισθό στην περιοχή των 980 έως 990 ευρώ.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα πιο φιλόδοξο ενδεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 1.000 ευρώ. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τον δημοσιονομικό χώρο που θα διαθέτει η κυβέρνηση, καθώς και από το εύρος των φορολογικών και ασφαλιστικών ελαφρύνσεων που θα περιλαμβάνει το οικονομικό πακέτο της ΔΕΘ.
Ποιοι εργαζόμενοι επηρεάζονται από τη νέα αύξηση;
Η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού αφορά άμεσα περίπου 500.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι αμείβονται με τις κατώτατες αποδοχές. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται μόνο στον ιδιωτικό τομέα.
Από το 2025, οι αποδοχές στο Δημόσιο έχουν συνδεθεί με τον κατώτατο μισθό, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση μεταφέρεται αυτόματα στις αποδοχές περίπου 800.000 δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών.
Παράλληλα, η αύξηση των κατώτατων αποδοχών λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για ολόκληρη την αγορά εργασίας, επηρεάζοντας τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τη μισθολογική πολιτική των επιχειρήσεων.
Πώς θα επηρεαστούν οι υπόλοιποι μισθοί στην αγορά;
Η νέα αύξηση εκτιμάται ότι θα συμπαρασύρει ανοδικά και τους υπόλοιπους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης, ο οποίος σήμερα κινείται περίπου στα 1.500 ευρώ, θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 3% έως 3,5%.
Εφόσον επιβεβαιωθούν τα συγκεκριμένα σενάρια, ο μέσος μισθός θα προσεγγίσει τα 1.550 ευρώ, προσφέροντας μια πρόσθετη ανάσα στα νοικοκυριά που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Η ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδημάτων θεωρείται κρίσιμη από το οικονομικό επιτελείο, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες αναμένεται να παραμείνουν και τους επόμενους μήνες.
Γιατί εξετάζεται η εφαρμογή της αύξησης νωρίτερα;
Ένα από τα σενάρια που εξετάζονται προβλέπει την επίσπευση της εφαρμογής του νέου κατώτατου μισθού. Μέχρι σήμερα, οι αναπροσαρμογές τίθενται σε ισχύ κάθε Απρίλιο, ωστόσο η κυβέρνηση μελετά το ενδεχόμενο η αύξηση του 2027 να εφαρμοστεί ήδη από τον Φεβρουάριο.
Στόχος είναι να ενισχυθεί ταχύτερα το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και να δοθεί ισχυρότερο σήμα στήριξης προς την αγορά, σε μια περίοδο που η κατανάλωση και η αγοραστική δύναμη παραμένουν βασικές προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής.
Οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να οριστικοποιηθούν το επόμενο διάστημα, καθώς το κυβερνητικό επιτελείο σταθμίζει τόσο τις ανάγκες της αγοράς όσο και τις δημοσιονομικές αντοχές της οικονομίας.
Τι αλλάζει στον κατώτατο μισθό από το 2028;
Το 2027 θα είναι η τελευταία χρονιά κατά την οποία ο κατώτατος μισθός θα καθοριστεί με πολιτική απόφαση της εκάστοτε κυβέρνησης. Από το 2028 τίθεται σε εφαρμογή ο νέος μηχανισμός αυτόματης αναπροσαρμογής, ο οποίος θα καθορίζει τις ετήσιες αυξήσεις βάσει συγκεκριμένων οικονομικών δεικτών.
Ο νέος τρόπος υπολογισμού θα λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό που επηρεάζει τα χαμηλότερα εισοδήματα, την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, την πορεία της οικονομίας, αλλά και την παραγωγικότητα της εργασίας.
Με το νέο σύστημα, οι μελλοντικές αυξήσεις θα συνδέονται περισσότερο με τις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας και λιγότερο με τις πολιτικές αποφάσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο πλαίσιο για την αγορά εργασίας τα επόμενα χρόνια.
