Η νέα άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου, με το Brent να κινείται ξανά πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, ανεβάζει τον βαθμό συναγερμού στο οικονομικό επιτελείο, καθώς οι πιέσεις αναμένεται να περάσουν σταδιακά στην εγχώρια αγορά και στις τσέπες των καταναλωτών.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζεται ήδη μια νέα «γραμμή άμυνας» απέναντι στις ανατιμήσεις, με το ντίζελ κίνησης και το πετρέλαιο θέρμανσης να βρίσκονται στο επίκεντρο. Το μεγάλο ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει η αναταραχή στις διεθνείς αγορές και πόσο γρήγορα θα αποτυπωθεί στις λιανικές τιμές στην Ελλάδα.
Η ανησυχία εντείνεται καθώς πλησιάζει η έναρξη της περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης. Με τα σημερινά δεδομένα, εάν η διάθεσή του ξεκινούσε τώρα, η μέση τιμή σε πανελλαδικό επίπεδο θα ξεπερνούσε τα 1,90 ευρώ το λίτρο.
Πρόκειται για μεγάλη επιβάρυνση σε σύγκριση με τον Οκτώβριο του 2025, όταν η τιμή εκκίνησης είχε διαμορφωθεί περίπου στα 1,10 ευρώ το λίτρο, αλλά ακόμη και με τον περασμένο Απρίλιο, όταν η περίοδος διάθεσης έκλεισε κοντά στα 1,80 ευρώ.
Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Για παράδειγμα, σε μια πολυκατοικία με μηνιαία κατανάλωση 1.000 λίτρων, το κόστος με τιμή 1,90 ευρώ θα έφθανε τα 1.900 ευρώ, έναντι 1.100 ευρώ στην έναρξη της προηγούμενης χειμερινής περιόδου. Η επιπλέον επιβάρυνση θα άγγιζε έτσι τα 800 ευρώ τον μήνα.
Το Brent πάνω από τα 100 δολάρια
Η τιμή του Brent έχει ενισχυθεί κατά περίπου 25% από τις αρχές Αυγούστου, καθώς περιορίζονται οι προσδοκίες για μόνιμη αποκλιμάκωση της εξάμηνης σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο. Από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, το πετρέλαιο έφθασε έως τα 126,41 δολάρια το βαρέλι στις 30 Απριλίου, ενώ από τις αρχές του έτους η συνολική άνοδος ξεπερνά πλέον το 60%. Είναι η τρίτη περίοδος μέσα στο 2026 κατά την οποία η τιμή περνά πάνω από τα 100 δολάρια.
Στο τραπέζι νέα μέτρα για τα καύσιμα
Η διάρκεια της ενεργειακής αναταραχής και η ταχύτητα με την οποία θα μεταφερθούν οι αυξήσεις στην ελληνική αγορά θα καθορίσουν τις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης. Το οικονομικό επιτελείο έχει ακόμη στη διάθεσή του περίπου 130 εκατ. ευρώ από το υπερπλεόνασμα του 2025, ποσό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για νέες παρεμβάσεις στήριξης.
Ήδη, μόνο η παράταση της επιδότησης στο ντίζελ κίνησης για τον Σεπτέμβριο επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό κατά περίπου 30 εκατ. ευρώ. Η κρατική ενίσχυση ανέρχεται σε 10 λεπτά ανά λίτρο στην αντλία, μαζί με τον ΦΠΑ, ενώ από τον Απρίλιο το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης για τη συγκράτηση των τιμών του ντίζελ έχει φθάσει τα 211 εκατ. ευρώ.
Εφόσον οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, θεωρείται πιθανό να παραταθεί η επιδότηση του ντίζελ και τον Οκτώβριο.
Οι αποφάσεις, πάντως, αναμένεται να λαμβάνονται «μήνα με τον μήνα», καθώς η κυβέρνηση θέλει να έχει σαφή εικόνα τόσο για την πορεία του πετρελαίου όσο και για το δημοσιονομικό κόστος των παρεμβάσεων.
Η συγκράτηση της τιμής του ντίζελ θεωρείται κρίσιμη και για έναν ακόμη λόγο: οποιαδήποτε αύξηση στα καύσιμα μεταφράζεται σε ακριβότερες μεταφορές και, τελικά, σε νέες ανατιμήσεις στα προϊόντα που φθάνουν στα ράφια.
Πετρέλαιο θέρμανσης: Τα σενάρια για το επίδομα
Με περίπου πέντε εβδομάδες να απομένουν έως την έναρξη της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, στο τραπέζι βρίσκονται και αλλαγές στο καθεστώς ενίσχυσης των νοικοκυριών.
Σήμερα, το επίδομα θέρμανσης κυμαίνεται από 100 έως 800 ευρώ, ενώ σε περιοχές με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες μπορεί να αυξηθεί κατά 25% και να φθάσει έως τα 1.000 ευρώ. Στις πιο ψυχρές περιοχές της χώρας το ποσό μπορεί να αγγίξει ακόμη και τα 1.200 ευρώ.
Εάν οι τιμές παραμείνουν κοντά στα σημερινά υψηλά επίπεδα, εξετάζονται τρεις βασικές κατευθύνσεις: απευθείας επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης στην αντλία, αναπροσαρμογή των ποσών και των εισοδηματικών ή κλιματικών κριτηρίων του επιδόματος και ενδεχόμενη συμμετοχή των διυλιστηρίων με πρόσθετες εκπτώσεις.
Η απευθείας παρέμβαση στην αντλία αποτελεί, άλλωστε, αίτημα παραγόντων της αγοράς, καθώς θα είχε άμεσο αντίκτυπο στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής. Το εύρος οποιασδήποτε παρέμβασης, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της κρίσης και από τα δημοσιονομικά περιθώρια.
