Την ανάγκη για ταχύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με επίκεντρο την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων, υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, σε εκδήλωση της BusinessEurope και της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας (EBF) στις Βρυξέλλες.
Η εκδήλωση είχε θέμα «Η ανταγωνιστικότητα των τραπεζών: Η ατζέντα της ΕΕ για έναν πιο ενοποιημένο, αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό τραπεζικό τομέα». Ο κ. Πιερρακάκης απηύθυνε κεντρική ομιλία και ακολούθως συμμετείχε σε συζήτηση με την επίτροπο Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών και Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, Maria Luís Albuquerque. Τη συζήτηση συντόνισε ο επικεφαλής οικονομολόγος και διευθυντής Οικονομικών της BusinessEurope, Lúcio Vinhas de Souza.
Ο υπουργός σημείωσε ότι η Ευρώπη διαθέτει ισχυρές επιχειρήσεις, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, μια Ενιαία Αγορά 450 εκατομμυρίων καταναλωτών και σημαντικές ιδιωτικές αποταμιεύσεις. Ωστόσο, όπως επισήμανε, τα πλεονεκτήματα αυτά δεν μετατρέπονται σε ανάπτυξη με τον ρυθμό που απαιτούν οι συνθήκες.
«Η Ευρώπη δεν αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα», ανέφερε, συνδέοντας την οικονομική μεγέθυνση με την καθημερινότητα των πολιτών, τις θέσεις εργασίας, τους μισθούς, το βιοτικό επίπεδο και τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίζουν ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι κρίσιμη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις οικογενειακές εταιρείες, τη μεταποίηση και τις επιχειρήσεις τεχνολογίας. Όπως είπε, η χρηματοδότηση καθορίζει το κατά πόσο μια επιχείρηση μπορεί να επενδύσει σε νέο εξοπλισμό, στην ψηφιοποίηση, στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στην περαιτέρω ανάπτυξή της χωρίς να χρειαστεί να μεταφέρει τη δραστηριότητά της εκτός Ευρώπης.
Ο κ. Πιερρακάκης τόνισε ότι η ανάπτυξη αποκτά επιπλέον γεωπολιτική διάσταση, καθώς η οικονομική ισχύς μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε στρατηγική ισχύ. Η Ευρώπη, όπως ανέφερε, οφείλει να αυξήσει τις επενδύσεις στην άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια, την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις κρίσιμες τεχνολογίες και τις στρατηγικές υποδομές, μειώνοντας παράλληλα τις εξαρτήσεις της.
«Απαιτούνται περίπου 800 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων κάθε χρόνο»
Αναφερόμενος στις επενδυτικές ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο υπουργός επικαλέστηκε την εκτίμηση του Mario Draghi, σύμφωνα με την οποία απαιτούνται περίπου 800 δισ. ευρώ επιπλέον επενδύσεων ετησίως.
«Η Ευρώπη γερνά και το εργατικό δυναμικό της θα περιορίζεται όλο και περισσότερο. Δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η ανάπτυξη θα προκύψει μόνο από την αύξηση της απασχόλησης», σημείωσε. «Πρέπει να γίνουμε πιο παραγωγικοί και αυτό απαιτεί επενδύσεις στις δεξιότητες, στην τεχνολογία, στην ενέργεια, στην καινοτομία και στην Τεχνητή Νοημοσύνη».
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα υγιή δημόσια οικονομικά και οι ευρωπαϊκοί πόροι παραμένουν αναγκαίοι, όμως οι κρατικοί προϋπολογισμοί δεν επαρκούν από μόνοι τους για τη χρηματοδότηση του ευρωπαϊκού μετασχηματισμού. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται σημαντικά μεγαλύτερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε ως βασικό παράδοξο της ευρωπαϊκής οικονομίας το γεγονός ότι οι αποταμιεύσεις υπάρχουν, αλλά δεν διοχετεύονται επαρκώς σε παραγωγικές επενδύσεις εντός της Ευρώπης. Όπως είπε, μεγάλο μέρος των κεφαλαίων παραμένει κατακερματισμένο από τα εθνικά σύνορα, ενώ επιχειρήσεις σε διαφορετικά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν διαφορετικούς όρους χρηματοδότησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανέδειξε τη σημασία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η οποία, όπως εξήγησε, καλείται να συνδέσει τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις με τις επενδυτικές ευκαιρίες της Ενιαίας Αγοράς. Στόχος είναι τα κεφάλαια να μπορούν να κατευθύνονται σε παραγωγικές επιχειρήσεις και καινοτόμες ιδέες ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται.
Κρίσιμος ο ρόλος των τραπεζών
Ο υπουργός επισήμανε ότι οι τράπεζες εξακολουθούν να παρέχουν περίπου το 70% της χρηματοδότησης στην ευρωπαϊκή οικονομία και παραμένουν καθοριστικές για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
«Δεν μπορούμε να έχουμε μια πλήρως επιτυχημένη Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων χωρίς να ολοκληρώσουμε την Τραπεζική Ένωση», τόνισε, διευκρινίζοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά απλώς την ολοκλήρωση ενός θεσμικού σχεδίου, αλλά τη δημιουργία μιας χρηματοπιστωτικής αγοράς που θα λειτουργεί πιο αποτελεσματικά για πολίτες και επιχειρήσεις.
Ο κ. Πιερρακάκης αναγνώρισε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι σήμερα περισσότερο ανθεκτικές, κερδοφόρες και καλά κεφαλαιοποιημένες, σημειώνοντας ότι κατά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση συνέβαλαν στην απορρόφηση των κραδασμών αντί να τους εντείνουν.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά παραμένει σε μεγάλο βαθμό εθνική. Όπως ανέφερε, μόνο περίπου το 16% του εταιρικού δανεισμού στη ζώνη του ευρώ είναι διασυνοριακό, ενώ κεφάλαια και ρευστότητα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια ακόμη και εντός τραπεζικών ομίλων.
Η διασυνοριακή ενοποίηση, πρόσθεσε, παραμένει δύσκολη, ενώ η κανονιστική και λειτουργική πολυπλοκότητα έχει άμεσο κόστος για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. «Ο κατακερματισμός λειτουργεί ως στρατηγικός φόρος: φόρος στην κλίμακα, στις επενδύσεις, στην καινοτομία και τελικά στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη», είπε.
Τεχνολογία, κλίμακα και στήριξη των ΜμΕ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Πιερρακάκης στον τεχνολογικό μετασχηματισμό του τραπεζικού τομέα, με αιχμή την Τεχνητή Νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια, τις ψηφιακές πληρωμές και τις υποδομές δεδομένων.
Σύμφωνα με τον υπουργό, οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες επενδύουν στην πληροφορική, σε σχέση με το ενεργητικό τους, περισσότερο από δυόμισι φορές σε σύγκριση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η διαφορά αυτή, όπως σημείωσε, επηρεάζει άμεσα την ποιότητα, την ταχύτητα και το κόστος των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που λαμβάνουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ομοιομορφία ούτε να οδηγεί αποκλειστικά στη δημιουργία λίγων μεγάλων τραπεζικών ομίλων. Η Ευρώπη, είπε, χρειάζεται τόσο χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με διεθνή κλίμακα, ικανά να ανταγωνίζονται παγκοσμίως και να επενδύουν στην τεχνολογία, όσο και ισχυρές περιφερειακές και τοπικές τράπεζες που γνωρίζουν τις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των τοπικών κοινωνιών.
Οι τρεις προτεραιότητες
Ο κ. Πιερρακάκης συνόψισε την ευρωπαϊκή ατζέντα για τον τραπεζικό τομέα σε τρεις βασικές προτεραιότητες: ολοκλήρωση, εμπιστοσύνη και ανταγωνιστικότητα.
Πρώτη προτεραιότητα είναι η άρση περιττών εμποδίων στη διασυνοριακή δραστηριότητα και η αποτελεσματικότερη κυκλοφορία κεφαλαίων και ρευστότητας. «Ένα ευρώ που αποταμιεύεται σε ένα μέρος της Ευρώπης θα πρέπει να μπορεί να χρηματοδοτεί μια παραγωγική επένδυση σε ένα άλλο», σημείωσε.
Δεύτερη προτεραιότητα είναι η εμπιστοσύνη στις κοινές ευρωπαϊκές δικλίδες ασφαλείας. Σε αυτό το πεδίο ενέταξε την αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων, την αξιόπιστη παροχή ρευστότητας, την εξυγίανση τραπεζών και την πρόοδο στην ασφάλιση καταθέσεων.
Τρίτη προτεραιότητα είναι η ανταγωνιστικότητα, με τον υπουργό να επισημαίνει ότι η διατήρηση της ανθεκτικότητας δεν προϋποθέτει τη διατήρηση κάθε επιπέδου πολυπλοκότητας που έχει συσσωρευτεί την τελευταία 15ετία. «Χρειαζόμαστε καλύτερη ρύθμιση, όχι λιγότερη ρύθμιση», υπογράμμισε, ζητώντας μεγαλύτερη αναλογικότητα, πιο συνεπή εποπτεία και λιγότερη περιττή γραφειοκρατία.
«Η μη Ευρώπη έχει κόστος»
Κατά τη συζήτηση με την Maria Luís Albuquerque, ο πρόεδρος του Eurogroup συμφώνησε ότι τα βασικά εμπόδια για την περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι κυρίως πολιτικά και συνδέονται με τις εσωτερικές ισορροπίες των κρατών μελών.
Εμφανίστηκε, ωστόσο, αισιόδοξος για την προοπτική προόδου, υποστηρίζοντας ότι οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρώπης χρειάζονται ένα κοινό λεξιλόγιο και μια κοινή διάγνωση των προβλημάτων. Κατά τον ίδιο, η σύγκλιση στη διάγνωση διευκολύνει και τη σύγκλιση στις λύσεις, είτε το ζήτημα αφορά τις τράπεζες, τις κεφαλαιαγορές, την ενέργεια ή την τεχνολογική πολιτική.
Ο κ. Πιερρακάκης τόνισε ότι οι εθνικές διαφορές και οι επιμέρους ανησυχίες των κρατών μελών είναι υπαρκτές και θεμιτές, δεν μπορούν όμως να αποτελούν μόνιμη αιτία διατήρησης του κατακερματισμού.
«Αν κάθε χώρα επιδιώκει να διατηρήσει κάθε εθνική δικλίδα ασφαλείας επειδή θεωρεί ότι έτσι ενισχύεται μεμονωμένα, καταλήγουμε να καθιστούμε την Ευρώπη συλλογικά ασθενέστερη», ανέφερε.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απαιτεί εμπιστοσύνη και συμβιβασμούς, ενώ απέδωσε στο Eurogroup ρόλο διαμεσολάβησης, κατανόησης των διαφορετικών εθνικών προσεγγίσεων και αναζήτησης κοινού εδάφους.
«Η ανθεκτικότητα δεν είναι στρατηγική»
Αναφερόμενος στις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα, ο υπουργός δήλωσε ότι στηρίζει πλήρως τη φιλοδοξία της σχετικής ατζέντας.
«Η ανθεκτικότητα δεν είναι στρατηγική. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να οικοδομηθεί μια στρατηγική», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να διατηρήσει τα διδάγματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, χωρίς όμως να σχεδιάζει για τις προκλήσεις του μέλλοντος με όρους του παρελθόντος.
Όπως είπε, το ζητούμενο είναι να απελευθερωθεί το μέγιστο δυνατό αναπτυξιακό δυναμικό με σωστή διαχείριση του κινδύνου. «Απόλυτη ασφάλεια υπάρχει μόνο σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης. Όλα τα υπόλοιπα είναι διαχείριση κινδύνου», σημείωσε, επαναλαμβάνοντας μια φράση που, όπως ανέφερε, είχε ακούσει από καθηγητή κυβερνοασφάλειας.
Θεσμοί και κανόνες απέναντι στην επιτάχυνση της τεχνολογίας
Ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε, τέλος, στην ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η τεχνολογία και στις προκλήσεις που αυτή δημιουργεί για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.
Όπως ανέφερε, η τεχνολογική καινοτομία επιταχύνεται εκθετικά, ενώ οι θεσμοί και η πολιτική συχνά ανταποκρίνονται με πιο αργούς ρυθμούς. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται διαρκής προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου και των ίδιων των θεσμών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στην τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού, στην κυβερνοασφάλεια και στα stablecoins. Όπως είπε, η Ευρώπη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση με την προώθηση του ψηφιακού ευρώ και την εφαρμογή του κανονισμού MiCA, επιδιώκοντας να συνδυάσει τη σταθερότητα του συστήματος με την ενίσχυση της ιδιωτικής καινοτομίας.
Ο υπουργός προειδοποίησε ότι η κυβερνοασφάλεια θα αναδειχθεί σε μείζον ζήτημα νωρίτερα από ό,τι αναμένεται και υπογράμμισε ότι οι θεσμοί πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη ικανότητα συνεχούς προσαρμογής.
Κλείνοντας, ο κ. Πιερρακάκης τόνισε ότι η Ευρώπη διαθέτει το ταλέντο, τις αποταμιεύσεις, τις επιχειρήσεις και το μέγεθος της Ενιαίας Αγοράς. Αυτό που απαιτείται, όπως είπε, είναι πολιτική αποφασιστικότητα ώστε τα διαθέσιμα πλεονεκτήματα να μετατραπούν σε επενδυτικές ευκαιρίες, ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια για τους Ευρωπαίους πολίτες και τις επόμενες γενιές.
