Το αυξανόμενο δημόσιο χρέος δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόβλημα για τις κυβερνήσεις. Σύμφωνα με νέα έκθεση του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, μετατρέπεται σε παράγοντα που βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες και πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες.
Η έκθεση του UNDP, με τίτλο «Who Pays the Price? Gender Inequality and Sovereign Debt», βασίζεται σε στοιχεία από 85 αναπτυσσόμενες χώρες για την περίοδο 1990-2022 και εξετάζει πώς η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους επηρεάζει την απασχόληση, τα εισοδήματα και την πρόσβαση σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: όταν μια χώρα περνά από μέτριο σε υψηλό βάρος εξυπηρέτησης χρέους, οι γυναίκες πληρώνουν βαρύτερο τίμημα. Το UNDP εκτιμά ότι έως και 55 εκατομμύρια θέσεις εργασίας γυναικών τίθενται σε κίνδυνο, ενώ η μητρική θνησιμότητα αυξάνεται κατά 32,5%, δηλαδή κατά 67 επιπλέον θανάτους ανά 100.000 γεννήσεις ζώντων νεογνών.
Ο λόγος είναι ότι οι κυβερνήσεις, όταν πιέζονται από τις αποπληρωμές, συχνά περιορίζουν τις κοινωνικές δαπάνες. Οι περικοπές αυτές επηρεάζουν τομείς όπου οι γυναίκες έχουν έντονη παρουσία, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η κοινωνική φροντίδα και οι δημόσιες υπηρεσίες.
Έτσι, οι γυναίκες εκτίθενται σε διπλό πλήγμα: αφενός χάνουν συχνότερα θέσεις εργασίας σε κλάδους που εξαρτώνται από δημόσια χρηματοδότηση, αφετέρου αναλαμβάνουν περισσότερη απλήρωτη φροντίδα στο σπίτι όταν το κράτος περιορίζει τις υπηρεσίες του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο Guardian, η αύξηση των βαρών εξυπηρέτησης χρέους στις 85 χώρες σχεδόν διπλασιάστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 έως το 2022. Η έκθεση εκτιμά ότι η εξέλιξη αυτή συνδέεται με απώλεια 22 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας γυναικών βραχυπρόθεσμα και άνω των 38 εκατομμυρίων μακροπρόθεσμα.
Η επίπτωση δεν περιορίζεται στην απασχόληση. Η μετάβαση σε υψηλό βάρος εξυπηρέτησης χρέους συνδέεται με μέση μείωση 17% στο κατά κεφαλήν εισόδημα των γυναικών, ενώ το εισόδημα των ανδρών παραμένει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο, σύμφωνα με την ανάλυση του UNDP.
Η νέα έκθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αναπτυσσόμενες οικονομίες πιέζονται από πολλαπλές κρίσεις: υψηλά επιτόκια, ακριβότερη ενέργεια, αυξημένο κόστος τροφίμων και λιπασμάτων, αλλά και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για κοινωνική πολιτική.
Ο επικεφαλής του UNDP, Αλεξάντερ Ντε Κρο, προειδοποίησε ότι ακόμη και πριν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, 56 χώρες δαπανούσαν πάνω από το 10% των κρατικών τους εσόδων για την εξυπηρέτηση χρέους. Η σύγκρουση, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, λόγω της ανόδου στο κόστος ενέργειας και λιπασμάτων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου εξαρτώνται πλέον περισσότερο από ιδιώτες πιστωτές, όπως επενδυτικά κεφάλαια και αγορές ομολόγων. Αυτό αυξάνει την έκθεσή τους σε μεταβολές επιτοκίων και νομισματική αστάθεια.
Όταν τα νομίσματα αποδυναμώνονται και ο πληθωρισμός αυξάνεται, το κόστος αποπληρωμής του χρέους γίνεται μεγαλύτερο. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις καλούνται να προστατεύσουν τα νοικοκυριά από την ακρίβεια σε τρόφιμα και ενέργεια, έχοντας όμως λιγότερους πόρους στη διάθεσή τους.
Το UNDP καλεί τις κυβερνήσεις και τους πιστωτές να ενσωματώσουν την έμφυλη διάσταση στις αποφάσεις για το χρέος, τις περικοπές και την ελάφρυνση. Μία από τις προτάσεις που τίθενται στο τραπέζι είναι η σύνδεση της ελάφρυνσης χρέους με δεσμεύσεις για προστασία κοινωνικών δαπανών που στηρίζουν γυναίκες και ευάλωτα νοικοκυριά.
Το μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η διαχείριση του χρέους δεν είναι ουδέτερη κοινωνικά. Όταν οι περικοπές γίνονται χωρίς αξιολόγηση των συνεπειών, οι γυναίκες είναι συχνά εκείνες που καλούνται να απορροφήσουν το μεγαλύτερο κόστος — στην εργασία, στο εισόδημα, στην υγεία και στη φροντίδα.
