Ένα σφίξιμο με έπιασε στο στήθος ακούγοντας τη οικονομική συζήτηση μεταξύ υπουργού της Κυβέρνησης και δημοσιογράφου. Για λίγα λεπτά πίστεψα ότι ζούσα και εργαζόμουν σε άλλη χώρα. Σε μια Ελλάδα όπου οι τριαντάρηδες παίρνουν λέει, 1.600 και 1.700 ευρώ και τα ζευγάρια συγκεντρώνουν άνετα πάνω από 3.000 ευρώ. Ενώ η αύξηση ενός ενοικίου από τα 700 στα 1.200 ευρώ παρουσιάστηκε ως δημιουργία πλούτου. Αλλά η πραγματικότητα δεν σε αφήνει να ζεις το όνειρο των άλλων. Σκέφτηκα τους πολίτες των 45 ετών που εργάστηκαν δύο δεκαετίες και εξακολουθούν να αμείβονται με 850 ή 900 ευρώ. Εκείνους που δίνουν 450 και 500 ευρώ για ενοίκιο και προσπαθούν με όσα απομένουν να πληρώσουν ρεύμα, βενζίνη, τρόφιμα και φάρμακα. Και τότε το σφίξιμο έγινε θυμός, γιατί αυτό που άκουγα δεν έμοιαζε απλώς με λανθασμένη οικονομική εκτίμηση, έμοιαζε με κοροϊδία! Σαν κάποιος να περιέγραφε μια ζωή που δεν ζήσαμε ποτέ και να απαιτούσε να αναγνωρίσουμε μέσα της τον εαυτό μας.
Η ουτοπία των 1.700 ευρώ
Βεβαίως υπάρχουν εργαζόμενοι που λαμβάνουν αυτούς τους μισθούς. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εξαίρεση παρουσιάζεται ως κοινωνικός κανόνας. Δηλαδή ο τριαντάρης που μένει με τους γονείς του επειδή δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι. Είναι το ζευγάρι που αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας. Είναι ο 45άρης που, ύστερα από είκοσι χρόνια δουλειάς, εξακολουθεί να φοβάται το τέλος του μήνα.
Ο Τάσος Λειβαδίτης έγραψε πως οι άνθρωποι χάνονται μέσα σε «έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμούς». Αυτή είναι η ζωήμας, ένας συνεχής υπολογισμός του τι θα πληρωθεί και τι θα μείνει πίσω. Ο μισθός μπαίνει την μία μέρα και είναι ήδη ξοδεμένος.
Η ανάπτυξη που δεν φτάνει στο σπίτι
Η οικονομία μπορεί να ανεβαίνει στα διαγράμματα, όπως τονίζουν οι δυο Κύριοι όμως , ο πολίτης κατεβαίνει τα σκαλιά της αξιοπρέπειάς του. Όταν ένα ενοίκιο αυξάνεται κατά 500 ευρώ, ο ιδιοκτήτης αποκτά μεγαλύτερο έσοδο. Ο ενοικιαστής, όμως, χάνει τη δυνατότητα να ζήσει. Το κέρδος του ενός γίνεται η ασφυξία του άλλου. Δεν μπορεί να αποκαλείται κοινωνικός πλούτος κάθε χρήμα που μετακινείται από την τσέπη εκείνου που έχει ανάγκη προς εκείνον που διαθέτει περιουσία. Το θέμα δεν είναι μόνο η οικονομία, είναι και η ζωή μας μετά από 8ωρη εργασία να είναι βιώσιμη. Είναι το δικαίωμα ενός εργαζομένου να πληρώνει το σπίτι του, να γεμίζει το ψυγείο και να πηγαίνει στον γιατρό χωρίς να καταρρέει οικονομικά. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε μόνο για να πληρώνει. Και καμία οικονομία δεν ευημερεί πραγματικά, όταν εκείνοι που τη στηρίζουν αδυνατούν να ζήσουν μέσα σε αυτήν.
Τέλος πάντων, και κάτι τελευταίο! Στα 45 δεν ζητάς να σου χαρίσουν τη ζωή, ζητάς να μη σου την αγοράζουν για 900 ευρώ τον μήνα.
