Πρόστιμα άνω των 2,27 εκατ. ευρώ επέβαλε η Τράπεζα της Ελλάδος το 2025 σε τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια, ασφαλιστικές εταιρείες και λοιπούς εποπτευόμενους φορείς. Οι κυρώσεις προέκυψαν έπειτα από ελέγχους για παραβάσεις του εποπτικού και κανονιστικού πλαισίου.
Τα στοιχεία καταγράφονται στην Ετήσια Έκθεση Δραστηριοτήτων Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης 2025, που έδωσε στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος.
Η Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της κεντρικής τράπεζας εντόπισε συνολικά 38 παραβάσεις σε φορείς που υπάγονται στην εποπτεία της. Οι υποθέσεις αφορούσαν πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, servicers, καθώς και φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Πέρα από τις χρηματικές κυρώσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε σε ορισμένες περιπτώσεις εντολές για διορθωτικές παρεμβάσεις, με στόχο την κάλυψη των ελλείψεων και την αποτροπή νέων παραβάσεων.
Πρόστιμο 1,89 εκατ. ευρώ σε τράπεζα
Η υψηλότερη κύρωση επιβλήθηκε σε τραπεζικό ίδρυμα, στο οποίο διαπιστώθηκαν 13 παραβάσεις της νομοθεσίας για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Το πρόστιμο για τη συγκεκριμένη υπόθεση έφθασε τα 1.891.050 ευρώ. Παράλληλα, η τράπεζα έλαβε εντολή να εφαρμόσει διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που καταγράφηκαν.
Συνολικά, οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε πιστωτικά ιδρύματα ανήλθαν σε 1,908 εκατ. ευρώ. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια επιβαρύνθηκαν με πρόστιμα συνολικού ύψους 233.400 ευρώ.
Οι υπόλοιπες κυρώσεις αφορούσαν σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις και άλλα πρόσωπα ή εταιρείες που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Έλεγχοι για ξέπλυμα χρήματος και συστήματα συναλλαγών
Κατά το 2025 πραγματοποιήθηκαν τέσσερις επιτόπιοι έλεγχοι για τη συμμόρφωση με το πλαίσιο καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος. Οι έλεγχοι έγιναν σε δύο πιστωτικά ιδρύματα, εκ των οποίων ένα σημαντικό και ένα λιγότερο σημαντικό, καθώς και σε δύο ιδρύματα πληρωμών.
Η εποπτική Αρχή ολοκλήρωσε επίσης δύο επιτόπιους ελέγχους που είχαν αρχίσει το 2024. Αυτοί αφορούσαν ένα λιγότερο σημαντικό πιστωτικό ίδρυμα και μία εταιρεία παροχής υπηρεσιών αποδοχής πληρωμών.
Η εξέταση κάλυψε τις εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες των ελεγχόμενων φορέων, καθώς και τα πληροφοριακά εργαλεία που χρησιμοποιούν για την παρακολούθηση συναλλαγών, τον εντοπισμό ύποπτων ενεργειών και την υποβολή αναφορών στις αρμόδιες Αρχές.
Στα πιστωτικά ιδρύματα αξιολογήθηκε επιπλέον η ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων που στηρίζουν τους μηχανισμούς κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ελλείψεις στη δέουσα επιμέλεια και στην παρακολούθηση
Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπίστωσε διαρκείς αδυναμίες στις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την αποτροπή του ξεπλύματος χρήματος. Ελλείψεις καταγράφηκαν και στα μέτρα δέουσας επιμέλειας κατά την εξυπηρέτηση και αξιολόγηση πελατών.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στα συστήματα ελέγχου συναλλαγών και στον τρόπο με τον οποίο οι εποπτευόμενοι φορείς εξετάζουν κινήσεις που ενδέχεται να εμφανίζουν ύποπτα χαρακτηριστικά.
Η έκθεση αποτυπώνει ότι οι μηχανισμοί εντοπισμού, αξιολόγησης και αναφοράς ύποπτων συναλλαγών παραμένουν κρίσιμο πεδίο εποπτικής παρέμβασης για την κεντρική τράπεζα.
Προτεραιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2026
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, αναφέρει στην έκθεση ότι για το 2026 κεντρική επιδίωξη είναι η περαιτέρω θωράκιση των τραπεζών έναντι γεωπολιτικών κινδύνων, της διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας, των απειλών κυβερνοασφάλειας και των κινδύνων που συνδέονται με τις τεχνολογίες πληροφορικής.
Στον τραπεζικό τομέα, η εποπτεία θα εστιάσει επίσης στην τήρηση συνετών πιστοδοτικών πρακτικών, στην παρακολούθηση του κινδύνου συγκέντρωσης και στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των λύσεων αναδιάρθρωσης δανείων.
Για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος θέτει ως προτεραιότητα την έγκαιρη αναγνώριση κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις κυβερνοεπιθέσεις.
Στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, η εποπτική αρχή επισημαίνει την ανάγκη αντιμετώπισης αδυναμιών στην εταιρική διακυβέρνηση, αναβάθμισης των συστημάτων παρακολούθησης των απαιτήσεων και ενίσχυσης της διαφάνειας στις σχέσεις με τους δανειολήπτες.
