34 C
Athens
3 August - 2026

Eurostat: Υποχώρησε κάτω και από τη Βουλγαρία σε αγοραστική δύναμη και κόστος διαβίωσης η Ελλάδα

Διαβάστε Επίσης

Μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για το πραγματικό βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων στην Ελλάδα αποτυπώνουν τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, καθώς οι χαμηλοί μισθοί συνδυάζονται με ένα επίπεδο τιμών πολύ υψηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Παρότι ο μέσος ονομαστικός μισθός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος από τον αντίστοιχο στη Βουλγαρία, η διαφορά εξανεμίζεται όταν συνυπολογιστεί το κόστος διαβίωσης. Το αποτέλεσμα είναι η πραγματική αγοραστική δύναμη του Έλληνα εργαζομένου να υποχωρεί χαμηλότερα από εκείνη του Βούλγαρου εργαζομένου.

Μόλις 18.000 ευρώ ο μέσος ετήσιος μισθός

Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένος ώστε να είναι συγκρίσιμος μεταξύ των εργαζομένων, διαμορφώθηκε το 2024 στα 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην Ελλάδα περιορίστηκε στα 18.000 ευρώ, καταγράφοντας τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Χαμηλότερα σε καθαρά ονομαστικούς όρους βρέθηκε μόνο η Βουλγαρία, με 15.400 ευρώ, ενώ ακολούθησε η Ουγγαρία με 18.500 ευρώ.

Αποκαρδιωτικά τα στοιχεία της Eurostat για την Ελλάδα: «Πρώτη από το τέλος» η χώρα μας στους περισσότερους δείκτες

Η εξέλιξη των μισθών, όμως, δείχνει ότι η απόσταση της Βουλγαρίας από την Ελλάδα κλείνει με μεγάλη ταχύτητα.

Το 2023 ο αντίστοιχος μέσος μισθός ήταν 17.000 ευρώ στην Ελλάδα και 13.500 ευρώ στη Βουλγαρία. Μέσα σε έναν χρόνο, επομένως, ο ελληνικός μέσος μισθός αυξήθηκε κατά περίπου 5,9%, ενώ ο βουλγαρικός κατά περισσότερο από 14%.

Σχεδόν 40% ακριβότερη η καθημερινότητα στην Ελλάδα

Η σύγκριση αλλάζει δραματικά όταν τα εισοδήματα εξεταστούν μαζί με τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών.

Ο δείκτης τιμών για την τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών διαμορφώθηκε το 2025 στις 87,2 μονάδες για την Ελλάδα, με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ορίζεται στις 100 μονάδες.

Eurostat: Ούτε μια εβδομάδα διακοπές για 1 στους 2 Έλληνες

Στη Βουλγαρία ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν μόλις στις 62,5 μονάδες, το χαμηλότερο επίπεδο στην ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι ένα αντίστοιχο καλάθι αγαθών και υπηρεσιών κόστιζε στην Ελλάδα περίπου 40% περισσότερο σε σχέση με τη Βουλγαρία.

Η Eurostat επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτυπώνουν τις διαφορές στα επίπεδα τιμών και δεν λαμβάνουν από μόνοι τους υπόψη το ύψος των μισθών ή των εισοδημάτων. Όταν όμως συνδυαστούν με τα μισθολογικά δεδομένα, αναδεικνύουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.

Πώς ανατρέπεται η κατάταξη

Ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα είναι ονομαστικά περίπου 17% υψηλότερος από εκείνον της Βουλγαρίας.

Το γενικό επίπεδο τιμών, όμως, είναι σχεδόν 40% υψηλότερο.

Με άλλα λόγια, το μικρό εισοδηματικό πλεονέκτημα του Έλληνα εργαζομένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη μεγάλη διαφορά στο κόστος των βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Όταν οι μισθοί εκφράζονται σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, ώστε να αποτυπώνεται τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας εργαζόμενος στη χώρα όπου ζει, η θέση των δύο χωρών αντιστρέφεται.

Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι η Βουλγαρία διαθέτει υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς. Σημαίνει ότι οι χαμηλότερες τιμές της επιτρέπουν στον μέσο μισθό να εξασφαλίζει μεγαλύτερο πραγματικό όγκο αγαθών και υπηρεσιών.

Ελλάδα και Βουλγαρία μαζί στην τελευταία θέση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Η αρνητική εικόνα επιβεβαιώνεται και από έναν ευρύτερο δείκτη της οικονομικής δραστηριότητας.

Το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης διαμορφώθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο πατρικό το 56,3% των νέων: Η Ελλάδα δεύτερη στην ΕΕ στη συγκατοίκηση με γονείς

Οι δύο χώρες μοιράστηκαν έτσι την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών, με απόσταση 32% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Πρόκειται για σημαντική υποχώρηση της σχετικής θέσης της Ελλάδας. Το 2023 η Βουλγαρία βρισκόταν στο 64% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η Ελλάδα στο 67%. Μέσα σε δύο χρόνια, η Βουλγαρία κάλυψε τη διαφορά και έφτασε στο ίδιο επίπεδο με την ελληνική οικονομία σε όρους κατά κεφαλήν παραγωγής και αγοραστικής δύναμης.

Δύο στους τρεις Έλληνες αισθάνονται φτωχοί

Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την υποκειμενική φτώχεια, δηλαδή για το κατά πόσο οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν ότι το εισόδημά τους επαρκεί για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Το 2024, το 66,8% του πληθυσμού στην Ελλάδα θεωρούνταν υποκειμενικά φτωχό, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στη Βουλγαρία, η οποία κατέλαβε τη δεύτερη θέση, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 37,4%. Η διαφορά των σχεδόν 30 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει πόσο εντονότερη είναι στην Ελλάδα η πίεση που ασκεί το κόστος ζωής στα διαθέσιμα εισοδήματα.

Οι αυξήσεις δεν φτάνουν στην πραγματική οικονομία

Τα στοιχεία εξηγούν γιατί οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Όταν οι αμοιβές αυξάνονται με χαμηλότερη ταχύτητα από τις τιμές της στέγασης, των τροφίμων, της ενέργειας και των υπηρεσιών, ο εργαζόμενος μπορεί να λαμβάνει περισσότερα ευρώ, αλλά να αγοράζει λιγότερα.

Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι επομένως μόνο ότι οι μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Είναι ότι αυτοί οι μισθοί πρέπει να καλύψουν ένα κόστος καθημερινής ζωής που προσεγγίζει περισσότερο τα επίπεδα της δυτικής Ευρώπης παρά εκείνα των χωρών με αντίστοιχα εισοδήματα.

Η σύγκριση με τη Βουλγαρία αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτή την αναντιστοιχία: η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει ονομαστικά λίγο περισσότερο τους εργαζομένους της, αλλά τους υποχρεώνει να ζουν σε μια αισθητά ακριβότερη αγορά.

Το τελικό αποτέλεσμα δεν κρίνεται από τον αριθμό που αναγράφεται στον μισθό, αλλά από όσα μπορούν πραγματικά να αγοραστούν με αυτόν.

Τελευταία Νέα