Ο ιαπωνικός οίκος αξιολόγησης R&I αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικές από σταθερές διατηρώντας την αξιολόγηση στο BBB. Η απόφαση στηρίζεται στην εκτίμηση για σταθερή ανάπτυξη, ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και βελτιωμένη ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος.
Ο R&I εκτιμά ότι η δημοσιονομική εικόνα της χώρας θα συνεχίσει να ενισχύεται, καθώς οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων αποδίδουν. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες αναμένεται να περιορίσουν την αύξηση των κρατικών δαπανών.
Η αναβάθμιση των προοπτικών έρχεται ενώ η διεθνής οικονομία επηρεάζεται από αυξημένη αβεβαιότητα και γεωπολιτικές εντάσεις. Ο οίκος θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική της θέση, με σημαντική πρόοδο και στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
Σύμφωνα με την αξιολόγηση του R&I, το ελληνικό πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με την οικονομία να κινείται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Την ανάπτυξη ενίσχυσαν η ιδιωτική κατανάλωση, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, τα τουριστικά έσοδα και οι επενδύσεις.
Στις επενδύσεις συνέβαλαν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις. Ο οίκος δεν διαπιστώνει ουσιαστική μεταβολή στους βασικούς παράγοντες ανάπτυξης για το 2026.
Για το τρέχον έτος, προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης σε σύγκριση με το 2025, λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού και των αυξημένων εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, αναμένει ότι η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%.
Από το 2027 και μετά, ο R&I προβλέπει οικονομική μεγέθυνση γύρω στο 1%. Στην έκθεσή του καταγράφει επίσης την κυβερνητική επιδίωξη για περιορισμό της εξάρτησης της οικονομίας από τον τουρισμό, μέσω προσέλκυσης και ανάπτυξης νέων βιομηχανικών επενδύσεων.
Δημοσιονομικά πλεονάσματα και φορολογικά έσοδα
Ο οίκος επισημαίνει ότι η Γενική Κυβέρνηση καταγράφει δημοσιονομικό πλεόνασμα από το 2024 ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπερνά το 4% του ΑΕΠ. Εκτιμά ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα θα παραμείνει σταθερά θετικό και τα επόμενα χρόνια.
Καθοριστικό ρόλο στην αύξηση των εσόδων αποδίδει στα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι υποχρεωτικές ηλεκτρονικές πληρωμές, η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
Η αναλογία του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης προς το ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική πορεία, σύμφωνα με τον R&I. Ο οίκος προβλέπει συνεχή μείωσή της και εκτιμά ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει ικανοποιητική δανειοληπτική ικανότητα.
Τράπεζες, μη εξυπηρετούμενα δάνεια και εξωτερικό ισοζύγιο
Η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει ενισχυθεί λόγω της υποχώρησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η πρόοδος συνδέεται με το κυβερνητικό σύστημα εγγυήσεων, το οποίο συνέβαλε ώστε ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών να προσεγγίσει τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Οι τράπεζες έχουν ενδυναμώσει τη ρευστότητά τους μέσω της αύξησης των εγχώριων καταθέσεων, ενώ το μετοχικό τους κεφάλαιο παραμένει σε σταθερό επίπεδο, κατά την αξιολόγηση του ιαπωνικού οίκου.
Ο R&I καταγράφει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 6% του ΑΕΠ, κυρίως εξαιτίας του σημαντικού εμπορικού ελλείμματος. Ωστόσο, δεν το αξιολογεί ως κίνδυνο υπό τις σημερινές συνθήκες.
Όπως αναφέρει, μέρος του ελλείμματος συνδέεται με αυξημένες εισαγωγές που προκύπτουν από την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα. Επιπλέον, η χώρα δεν αντιμετωπίζει πλέον τα «διπλά ελλείμματα» του παρελθόντος, ενώ μέρος του εξωτερικού ελλείμματος καλύπτεται από άμεσες ξένες επενδύσεις και αντισταθμίζεται από το πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών, όπου κυριαρχούν τα τουριστικά έσοδα.
Το βλέμμα στις εκλογές του 2027
Ο R&I αναφέρει ότι ενδεχόμενη περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση των πολιτικών οικονομικής αναζωογόνησης και δημοσιονομικής σταθεροποίησης από την κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές.
Σύμφωνα με τον οίκο, οι εκλογές προγραμματίζεται να διεξαχθούν τον Ιούλιο του 2027. Η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η διατήρηση των δημοσιονομικών επιδόσεων και η περαιτέρω ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής αποτελούν βασικούς παράγοντες για την επόμενη αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας.
