Οριστικά εκτός δικαστικής διεκδίκησης φαίνεται να τίθεται πλέον η επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η απόφαση 1201/2026 έκρινε συνταγματική και συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο τη μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας, τα οποία είχαν καταργηθεί πλήρως το 2012. Με τον τρόπο αυτό κλείνει, σε επίπεδο δικαστικής διεκδίκησης, ένας κύκλος που τα τελευταία χρόνια είχε προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στους εργαζομένους του Δημοσίου, καθώς η προσδοκία για επιστροφή των λεγόμενων «δώρων» είχε επανέλθει στο προσκήνιο μέσα από προσφυγές και δικαστικές διαδικασίες.
Η εξέλιξη σημαίνει, πρακτικά, ότι η επαναφορά των συγκεκριμένων παροχών δεν μπορεί πλέον να προκύψει από μια νέα δικαστική απόφαση. Όπως εξήγησε ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, μιλώντας στην ΕΡΤ το πρωί της Παρασκευής (21/08) μετά την κρίση της Ολομέλειας του ΣτΕ περιορίζονται δραστικά οι δυνατότητες για νέα δικαστική προσπάθεια με το ίδιο αντικείμενο, καθώς το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έχει ήδη τοποθετηθεί επί της ουσίας του ζητήματος. Επομένως, εφόσον υπάρξει στο μέλλον πολιτική απόφαση για την επιστροφή των δώρων, αυτή θα πρέπει να προέλθει από τον ίδιο τον νομοθέτη, μέσω νέας νομοθετικής ρύθμισης.
Η απόφαση, πάντως, δεν σημαίνει ότι το θέμα παύει να αποτελεί οικονομικό και πολιτικό ζήτημα. Αντίθετα, μεταφέρει πλέον το βάρος της συζήτησης από τις δικαστικές αίθουσες στην κυβέρνηση και τη Βουλή. Μια ενδεχόμενη επιστροφή των δώρων θα απαιτούσε πολιτική βούληση, συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση και, κυρίως, εξασφάλιση των αναγκαίων δημοσιονομικών πόρων. Θα μπορούσε, θεωρητικά, να εξεταστεί είτε η πλήρης επαναφορά τους είτε μια διαφορετική μορφή μισθολογικής ενίσχυσης, ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες και τις προτεραιότητες της εκάστοτε οικονομικής πολιτικής.
Πέρα, όμως, από τη νομική διάσταση, η συζήτηση αγγίζει ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα: την ελκυστικότητα της εργασίας στο Δημόσιο. Ο Γιάννης Καρούζος επισήμανε ότι οι αποδοχές, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια υπηρεσίας, μπορούν να αποδειχθούν ανεπαρκείς για εργαζομένους που καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες υποχρεώσεις, όπως ενοίκιο, μετακίνηση και οικογενειακά έξοδα. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο για νεοδιοριζόμενους που τοποθετούνται μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα το κόστος εγκατάστασης και τις καθημερινές ανάγκες τους.
Αυτό συνδέεται άμεσα και με ένα πρόβλημα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις: τη στελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών. Η μισθολογική πολιτική δεν αφορά μόνο το εισόδημα των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων, αλλά και την ικανότητα του κράτους να προσελκύσει και να διατηρήσει ανθρώπινο δυναμικό. Όταν οι αποδοχές δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής ή στις απαιτήσεις μιας θέσης, αυξάνεται ο κίνδυνος επιτυχόντες σε διαγωνισμούς και προκηρύξεις να μην αποδέχονται τελικά τον διορισμό τους ή να αναζητούν διαφορετική επαγγελματική διαδρομή. Έτσι, η συζήτηση για τον 13ο και τον 14ο μισθό μετατρέπεται σε συζήτηση για τη συνολική μισθολογική πολιτική του Δημοσίου και την ποιότητα των υπηρεσιών που μπορεί να προσφέρει το κράτος.
Το «όχι» του ΣτΕ, επομένως, δεν εξαφανίζει το αίτημα για καλύτερες αποδοχές στο Δημόσιο. Θέτει, όμως, σαφή όρια στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιδιωχθεί η επιστροφή των δώρων. Η δικαστική οδός, μετά την κρίση της Ολομέλειας, δεν αποτελεί πλέον το πρόσφορο μέσο για την επαναφορά τους. Εάν η Πολιτεία αποφασίσει να ανοίξει ξανά τον φάκελο του 13ου και του 14ου μισθού, η απόφαση θα είναι πρωτίστως πολιτική και δημοσιονομική και θα πρέπει να αποτυπωθεί σε νόμο.
