Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει την παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών και να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, η Ελλάδα διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις να διαδραματίσει καίριο ρόλο στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας. Το μεταλλευτικό έργο χαλκού-χρυσού στις Σκουριές, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας.
Με συνολική επένδυση που υπερβαίνει τα 3 δισ. δολάρια στα Μεταλλεία Κασσάνδρας και 3.000 εργαζόμενους σε βάθος ζωής του έργου, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες άμεσες ξένες επενδύσεις που υλοποιήθηκαν ποτέ στη χώρα. Με την παραγωγή να αναμένεται να ξεκινήσει σύντομα, οι Σκουριές ολοκληρώνουν έναν πολυετή κύκλο ανάπτυξης.

Η σημασία του, ωστόσο, υπερβαίνει τα όρια ενός ακόμη μεγάλου, μεταλλευτικού έργου. Πρόκειται για μια βιομηχανική επένδυση μεγάλης κλίμακας που αναδεικνύει στην πράξη το νέο παραγωγικό μοντέλο που επιδιώκει να αναπτύξει η χώρα. Ένα μοντέλο που συνδέει την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου με την τεχνολογία, την καινοτομία, τη βιομηχανική παραγωγή, την εξωστρέφεια και τη δημιουργία υψηλής προστιθέμενης αξίας με τρόπο βιώσιμο και απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον.
Με εκτιμώμενη μέση ετήσια παραγωγή 140.000 ουγκιών χρυσού και 67 εκατ. λιβρών χαλκού για περίπου είκοσι χρόνια, οι Σκουριές τοποθετούν την Ελλάδα στον χάρτη των ευρωπαϊκών παραγωγών χαλκού, ενός μετάλλου που αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τα ηλεκτρικά δίκτυα, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ηλεκτροκίνηση και τις ψηφιακές υποδομές.
Το αποτύπωμα της επένδυσης εκτείνεται όμως, πολύ πέρα από την παραγωγή μετάλλων. Μέχρι σήμερα, τα Μεταλλεία Κασσάνδρας έχουν συνεισφέρει περίπου 500 εκατ. ευρώ σε κρατικά έσοδα, ενώ σε βάθος ζωής του έργου η συνολική συμβολή εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 3 δισ. ευρώ σε κρατικά έσοδα. Παράλληλα, οι εξαγωγές αναμένεται να ξεπεράσουν τα 17,5 δισ. ευρώ ενώ οι προμήθειες από ελληνικές επιχειρήσεις εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 6,7 δισ. ευρώ, ενισχύοντας σημαντικά την εγχώρια παραγωγική βάση.
Οι Σκουριές αποδεικνύουν ότι η σύγχρονη βιομηχανική ανάπτυξη, δεν αφορά αποκλειστικά την αξιοποίηση φυσικών πόρων. Αφορά τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου παραγωγικού οικοσυστήματος που συνδυάζει τεχνολογία, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρές εφοδιαστικές αλυσίδες, υψηλά περιβαλλοντικά πρότυπα και διαρκή επένδυση στην καινοτομία. Υπό αυτή την έννοια, το έργο δεν αποτελεί μόνο μια μεγάλη επένδυση για τη χώρα, αλλά ένα απτό παράδειγμα του τρόπου, με τον οποίο η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανική της βάση και να διεκδικήσει έναν πιο ενεργό ρόλο, στη νέα ευρωπαϊκή οικονομία των κρίσιμων πρώτων υλών.
