Στα περίπου 25,7 δισ. ευρώ εκτιμά το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών ΙΕΛΚΑ την ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για είδη παντοπωλείου σε όλα τα σημεία πώλησης, καταγράφοντας παράλληλα σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού.
Με αφορμή την Ημέρα Διατροφής 2026, στις 16 Οκτωβρίου, το ΙΕΛΚΑ ανέλυσε τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, εξετάζοντας την πορεία των αγορών από το 2008 έως το 2025.
Από τη συνολική ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου, περίπου 18,1 δισ. ευρώ αφορούν είδη διατροφής, 1,0 δισ. ευρώ μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ αλκοολούχα ποτά. Στα μη τρόφιμα, η δαπάνη ανέρχεται σε περίπου 1,7 δισ. ευρώ για είδη οικιακής φροντίδας και σε 2,3 δισ. ευρώ για είδη προσωπικής φροντίδας.
Η εκτίμηση αφορά μόνο τη δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών και δεν περιλαμβάνει τις αγορές των περίπου 40 εκατ. ξένων επισκεπτών στη χώρα. Μια αρχική εκτίμηση για την πρόσθετη αυτή δαπάνη τη θέλει να υπερβαίνει το 1,5 δισ. ευρώ.
Το 2025, η συνολική ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη διαμορφώθηκε σε 9.216 ευρώ, αυξημένη κατά 5,5% σε σύγκριση με το 2024. Η κατά κεφαλήν δαπάνη για είδη παντοπωλείου έφτασε τα 2.433 ευρώ, με αύξηση 3,9%.
Ειδικότερα, η δαπάνη για είδη διατροφής αυξήθηκε κατά 4,1%, για μη αλκοολούχα ποτά κατά 3,6% και για αλκοολούχα ποτά κατά 8,1%. Στις κατηγορίες μη τροφίμων, τα είδη οικιακής φροντίδας κατέγραψαν αύξηση 8,7%, ενώ η δαπάνη για είδη προσωπικής φροντίδας υποχώρησε κατά 2,9%.
Η αύξηση στα είδη παντοπωλείου ήταν χαμηλότερη από την άνοδο της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης, η οποία έφτασε το 5,5%, αλλά και από την αύξηση των καθαρών αποδοχών στα δύο ενδεικτικά νοικοκυριά που εξετάζει η ανάλυση. Για άγαμο χωρίς παιδιά, με αποδοχές ίσες με το 100% των μέσων αποδοχών, οι καθαρές αποδοχές αυξήθηκαν κατά 7,3% το 2025. Για ζευγάρι με δύο εργαζόμενους και δύο παιδιά, όπου και οι δύο έχουν αποδοχές ίσες με το 100% των μέσων αποδοχών, η αύξηση ήταν 9,4%.
Μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφηκαν σε άλλες βασικές δαπάνες: η στέγαση αυξήθηκε κατά 8,3%, το ενοίκιο κατά 14,4% και η εστίαση κατά 6,1%. Η εξέλιξη των επιμέρους δαπανών, επομένως, δεν είναι ομοιόμορφη, με το κόστος στέγασης και ιδιαίτερα τα ενοίκια να εμφανίζουν υψηλότερες αυξήσεις.
Αναδιάρθρωση του οικογενειακού προϋπολογισμού
Η ανάλυση αποτυπώνει σημαντική αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης κατά την τελευταία δεκαεπταετία. Η συνολική ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη υποχώρησε έντονα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, από 9.518 ευρώ το 2008 σε χαμηλό 6.267 ευρώ το 2020. Στη συνέχεια ανέκαμψε και έφτασε τα 9.216 ευρώ το 2025, χωρίς όμως να έχει επιστρέψει, σε ονομαστικούς όρους, στα επίπεδα του 2008.
Οι επιμέρους κατηγορίες ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά αποδείχθηκε πιο ανελαστική κατά την περίοδο της κρίσης και τα τελευταία χρόνια κινείται ανοδικά. Αντίθετα, μετά το 2020 και την πανδημία καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη αύξηση στις δαπάνες για στέγαση και εστίαση.
Σε σύγκριση με το 2008, η συνολική δαπάνη των νοικοκυριών το 2025 βρίσκεται περίπου 3% χαμηλότερα, ενώ η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά είναι περίπου 20% υψηλότερη. Η δαπάνη για ηλεκτρισμό βρίσκεται σε επίπεδο υπερδιπλάσιο εκείνου του 2008 και τα ενοίκια είναι αυξημένα κατά 36%. Η συνολική δαπάνη για καύσιμα παραμένει, αντίθετα, κοντά στα επίπεδα της αρχής της περιόδου.
Το μερίδιο της διατροφής και των μη αλκοολούχων ποτών στον οικογενειακό προϋπολογισμό αυξήθηκε στην οικονομική κρίση και κορυφώθηκε στην πανδημία, στο 23,1% το 2020, από 16,4% το 2008. Έκτοτε ακολουθεί πτωτική πορεία και το 2025 διαμορφώθηκε σε 20,4%, έναντι 20,7% το 2023 και το 2024. Από το 2012 και μετά, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, η δαπάνη για τρόφιμα διατηρείται περίπου στο 20-21% των συνολικών δαπανών.
Αντίθετη είναι η πορεία της στέγασης, η οποία απορροφά το 14,7% της συνολικής δαπάνης, έναντι 11,8% το 2008 και 14,1% το 2023. Η εστίαση έχει επιστρέψει και υπερβεί τα προ πανδημίας επίπεδα, φτάνοντας το 10,7% της συνολικής δαπάνης το 2025. Έτσι, η σχετική επιβάρυνση του προϋπολογισμού από τη στέγαση και την εστίαση αυξάνεται, ενώ το μερίδιο της διατροφής σταθεροποιείται και υποχωρεί ελαφρά.
Οι μετατοπίσεις στο διατροφικό καλάθι
Τα στοιχεία για τις αγοραζόμενες ποσότητες δείχνουν ότι το διατροφικό καλάθι των ελληνικών νοικοκυριών αλλάζει, χωρίς οι μεταβολές να ακολουθούν ενιαία κατεύθυνση.
Στις πηγές υδατανθράκων, η ποσότητα ψωμιού και ειδών αρτοποιίας είναι μειωμένη κατά 12,3% έναντι του 2008. Την ίδια ώρα, τα δημητριακά αυξάνονται κατά 32,3% και τα ζυμαρικά κατά 10,3%, γεγονός που αποτυπώνει μεταβολή στη σύνθεση των αγορών και όχι ενιαία τάση περιορισμού των υδατανθράκων.
Στις ζωικές πρωτεΐνες, το βόειο κρέας μειώνεται κατά 29,2%, τα αλλαντικά κατά 35,4%, τα ψάρια κατά 14,6% και τα θαλασσινά κατά 37,2% σε σχέση με το 2008. Αντίθετα, τα πουλερικά αυξάνονται κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,9 κιλά ανά άτομο ετησίως.
Στα γαλακτοκομικά, το πλήρες νωπό γάλα μειώνεται κατά 42,5% και το συντηρημένο κατά 60,0%. Το γάλα χαμηλών λιπαρών αυξάνεται κατά 38,0%, το γιαούρτι κατά 31,0%, ενώ εμφανίζονται και φυτικά γάλατα. Τα αυγά καταγράφουν αύξηση 66,6% έναντι του 2008.
Στα λίπη και έλαια, οι αγοραζόμενες ποσότητες ελαιολάδου μειώνονται κατά 34,8% σε σύγκριση με το 2008 και κατά 40,2% έναντι του 2015. Το ΙΕΛΚΑ επισημαίνει ότι η μεταβολή πρέπει να εξετάζεται μαζί με τη διαχρονική εξέλιξη των τιμών και των καταναλωτικών συνηθειών και δεν μπορεί, από μόνη της, να αποδοθεί σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα.
Στα φρούτα και τα λαχανικά η εικόνα είναι μικτή: τα φρούτα μειώνονται κατά 8,9% έναντι του 2008, ενώ τα λαχανικά παραμένουν ουσιαστικά σταθερά, με αύξηση 1,0%. Τα όσπρια αυξάνονται κατά 23,5% και οι ξηροί καρποί κατά 11,0%, ενώ οι πατάτες μειώνονται κατά 24,2%.
Η αγορά ζάχαρης περιορίζεται κατά 53,5% σε σχέση με το 2008. Αντίθετα, το μέλι και οι μαρμελάδες αυξάνονται κατά 68,9%, οι σοκολάτες κατά 9,3% και τα παγωτά κατά 20,2%.
Τα έτοιμα γεύματα αυξήθηκαν από 0,24 κιλά κατά κεφαλήν το 2015 σε 3,34 κιλά το 2025, αποτυπώνοντας στροφή σε λύσεις μεγαλύτερης ευκολίας και ταχύτητας.
Η ανάλυση περιλαμβάνει επίσης εκτίμηση της θερμιδικής αντιστοιχίας των ποσοτήτων που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Με βάση ενδεικτικές μέσες θερμιδικές τιμές ανά κατηγορία προϊόντος, οι καταγεγραμμένες αγορές αντιστοιχούν σε περίπου 1.915 kcal ημερησίως ανά άτομο το 2025, από 2.149 kcal το 2015 και 2.210 kcal το 2008. Η μεταβολή αντιστοιχεί σε μείωση 13,3% έναντι του 2008 και 10,9% έναντι του 2015.
Το ΙΕΛΚΑ διευκρινίζει ότι το εύρημα δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αντίστοιχη μείωση της πραγματικής θερμιδικής πρόσληψης του πληθυσμού. Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών καταγράφει αγορές και απολαβές τροφίμων, όχι την πραγματική κατανάλωση κάθε ατόμου, ενώ δεν αποτυπώνει με τον ίδιο τρόπο τη σπατάλη τροφίμων, τη διατροφή εκτός σπιτιού ή όλες τις πιθανές πηγές πρόσληψης θερμίδων.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποτελεί, συνεπώς, κυρίως δείκτη της μεταβολής στη σύνθεση και στις ποσότητες του καλαθιού τροφίμων που εισέρχεται στο νοικοκυριό. Η μείωση συνδέεται κυρίως με κατηγορίες υψηλής θερμιδικής συνεισφοράς, όπως το ψωμί και τα αρτοποιήματα, το ελαιόλαδο, η ζάχαρη, το τυρί και ορισμένες κατηγορίες κρέατος. Αντίθετα, αυξάνεται η συνεισφορά από πουλερικά, γιαούρτι, αυγά και έτοιμα γεύματα.
Στα νεότερα στοιχεία της Eurostat για την παχυσαρκία, το 12,8% του ενήλικου πληθυσμού στην Ελλάδα καταγράφεται ως παχύσαρκο το 2025, έναντι 16,3% στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μετά την Ιταλία με 7,0%, ενώ ακολουθεί η Ρουμανία με 12,9%.
Ωστόσο, το ΙΕΛΚΑ υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση αιτιώδης σχέση ανάμεσα στις μεταβολές των αγοραζόμενων ποσοτήτων τροφίμων και την εξέλιξη της παχυσαρκίας, καθώς πρόκειται για διαφορετικούς δείκτες και διαφορετικές πηγές δεδομένων.
Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ουσιαστική μεταβολή του διατροφικού και καταναλωτικού προτύπου των ελληνικών νοικοκυριών στη διάρκεια της τελευταίας δεκαεπταετίας. Οι αλλαγές αφορούν μετατοπίσεις μεταξύ προϊόντων και κατηγοριών, ενώ η διατροφή συνεχίζει να απορροφά περίπου το ένα πέμπτο της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, ποσοστό που παραμένει σχετικά σταθερό από το 2012, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας.
