Σοβαρά προβλήματα καταγράφονται στην εξυπηρέτηση των οφειλών που έχουν ρυθμιστεί μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, καθώς σχεδόν μία στις δύο αναδιαρθρώσεις τραπεζικών χρεών αποτυγχάνει, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων. Παρά τη σημαντική αύξηση των συμφωνιών, πολλοί οφειλέτες αδυνατούν να ανταποκριθούν στις μηνιαίες δόσεις, με αποτέλεσμα οι ρυθμίσεις να καταγγέλλονται από τους πιστωτές.
Η εικόνα προκαλεί προβληματισμό, καθώς ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους. Ωστόσο, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δεν δημοσιοποιεί αναλυτικά στοιχεία για το ποσοστό των ρυθμίσεων που παύουν να εξυπηρετούνται.
Το ποσοστό αποτυχίας που προσεγγίζει το 50% προέρχεται από εκτιμήσεις της αγοράς και δεν αποτελεί επίσημα επιβεβαιωμένο ποσοστό για το σύνολο των ρυθμίσεων.
Γιατί αποτυγχάνει μία στις δύο ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού;
Δύο βασικοί παράγοντες βρίσκονται πίσω από την αδυναμία εξυπηρέτησης των συμφωνιών.
Ο πρώτος είναι η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα των οφειλετών. Πολλοί από όσους προσφεύγουν στον εξωδικαστικό μηχανισμό αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία δεν εξαφανίζονται με την έγκριση μιας ρύθμισης.
Ακόμη και όταν επιτυγχάνεται μείωση της οφειλής ή επιμήκυνση της αποπληρωμής, το διαθέσιμο εισόδημα ενδέχεται να μην επαρκεί για την κάλυψη των μηνιαίων υποχρεώσεων.
Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται ο μηχανισμός. Σύμφωνα με στελέχη των servicers, αρκετοί δανειολήπτες ενδιαφέρονται κυρίως να ρυθμίσουν τα χρέη τους προς την Εφορία και τον ΕΦΚΑ, δίνοντας μικρότερη προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των τραπεζικών δανείων.
Τι συμβαίνει όταν χαθεί η ρύθμιση ενός τραπεζικού δανείου;
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός παρέχει τη δυνατότητα αποπληρωμής οφειλών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς σε έως 240 μηνιαίες δόσεις.
Πρόκειται για σημαντική διευκόλυνση, ιδιαίτερα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν συσσωρεύσει χρέη πολλών ετών.
Ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό του μηχανισμού είναι ότι η καταγγελία της ρύθμισης από έναν χρηματοδοτικό φορέα δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια των συμφωνιών που αφορούν άλλους πιστωτές.
Έτσι, ένας οφειλέτης μπορεί να χάσει τη ρύθμιση του τραπεζικού του δανείου, διατηρώντας υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις τη ρύθμιση των οφειλών του προς το Δημόσιο.
Αυτό, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, εξηγεί γιατί ορισμένοι δανειολήπτες επιλέγουν να δίνουν προτεραιότητα στις δόσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ.
Πόσες ρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026;
Παρά τις δυσκολίες, η αξιοποίηση του εξωδικαστικού μηχανισμού συνεχίζει να αυξάνεται.
Σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση προόδου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τον Σεπτέμβριο του 2026, οι επιτυχείς ρυθμίσεις έχουν ξεπεράσει τις 70.000, καλύπτοντας αρχικές οφειλές ύψους 21,21 δισ. ευρώ.
Μόνο τον Σεπτέμβριο ολοκληρώθηκαν 2.237 νέες ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε χρέη 641 εκατ. ευρώ.
Από αυτές, 496 πραγματοποιήθηκαν με βάση τα διευρυμένα κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπει ο νόμος 5193/2025.
Την ίδια περίοδο καταγράφηκαν 7.493 νέες αιτήσεις, ενώ οι οριστικές υποβολές ανήλθαν σε 2.986.
Από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας έχουν καταχωριστεί συνολικά 154.650 αιτήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε οφειλές 59,5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, δεν έχουν οδηγηθεί όλες σε συμφωνία, γεγονός που αποτυπώνει τις δυσκολίες επίτευξης βιώσιμων διακανονισμών.
Πόσο «κούρεμα» χρεών προσφέρει ο εξωδικαστικός μηχανισμός;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τις διαγραφές οφειλών.
Το συνολικό ύψος των διαγραφών που έχουν πραγματοποιηθεί μέσω του μηχανισμού φτάνει τα 6,93 δισ. ευρώ.
Το μέσο ποσοστό διαγραφής διαμορφώνεται σε 13,45% για οφειλές προς το Δημόσιο και περίπου 29% για χρέη προς χρηματοδοτικούς φορείς.
Η μέση διάρκεια αποπληρωμής φτάνει τα 16 χρόνια για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα 15 χρόνια για τις οφειλές προς χρηματοδοτικούς φορείς.
Στα στεγαστικά δάνεια, η μέση διάρκεια των ρυθμίσεων επεκτείνεται στα 25 χρόνια, με στόχο τη μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης.
Τα ποσοστά αυτά αποτελούν μέσους όρους και δεν σημαίνουν ότι κάθε οφειλέτης δικαιούται αντίστοιχο «κούρεμα».
Γιατί απορρίπτουν οι οφειλέτες τις προτάσεις ρύθμισης;
Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά τις προτάσεις που δεν γίνονται αποδεκτές.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, οι οφειλέτες απέρριψαν το 22,3% των προτάσεων στις πολυμερείς διαδικασίες και το 24% στις διμερείς διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, στις απορρίψεις από χρηματοδοτικούς φορείς, η ανεπαρκής δυνατότητα αποπληρωμής αντιστοιχούσε σχεδόν στο 30% της αξίας των σχετικών οφειλών.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα βασικό πρόβλημα: ακόμη και όταν υπάρχει πρόθεση για διακανονισμό, η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη δεν επιτρέπει πάντοτε τη διαμόρφωση μιας συμφωνίας που θα μπορεί να τηρηθεί μακροπρόθεσμα.
Η ακρίβεια, οι αυξημένες οικογενειακές δαπάνες και οι περιορισμένες δυνατότητες αποταμίευσης επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Ποιες αλλαγές εξετάζονται για τους μεγαλύτερους σε ηλικία δανειολήπτες;
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η ηλικία των οφειλετών, η οποία επηρεάζει τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων.
Όσο μεγαλύτερος είναι ο δανειολήπτης, τόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνεται η εξασφάλιση μιας μακροχρόνιας ρύθμισης με χαμηλή μηνιαία δόση.
Στο ζήτημα αναφέρθηκε και ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, επισημαίνοντας την ανάγκη επανεξέτασης του θεσμικού πλαισίου.
Μία από τις προτάσεις που τέθηκαν αφορά τη δυνατότητα ανάληψης της αποπληρωμής μιας μειωμένης οφειλής από τα παιδιά του δανειολήπτη, ώστε να μπορεί να παραταθεί η διάρκεια εξόφλησης και να περιοριστεί το ύψος των δόσεων.
Πρόκειται για πρόταση προς συζήτηση και όχι για θεσμοθετημένη δυνατότητα.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του εξωδικαστικού μηχανισμού;
Η αύξηση των ρυθμίσεων αποδεικνύει ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει αποκτήσει σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.
Ωστόσο, η πραγματική αποτελεσματικότητά του δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά από τον αριθμό των συμφωνιών που υπογράφονται ή το συνολικό ύψος των οφειλών που εντάσσονται σε αυτές.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι πόσες ρυθμίσεις παραμένουν ενεργές και εξυπηρετούνται κανονικά μετά τους πρώτους μήνες ή τα πρώτα χρόνια.
Χωρίς αναλυτικά δημόσια στοιχεία για τις αθετήσεις πληρωμών, παραμένει δύσκολη η πλήρης αποτίμηση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού.
Η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο να αυξηθούν οι συμφωνίες, αλλά να διαμορφώνονται δόσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των οφειλετών. Διαφορετικά, ακόμη και μια ευνοϊκή ρύθμιση κινδυνεύει να αποδειχθεί προσωρινή λύση.
