20.5 C
Athens
19 October - 2026

ΕΛΣΤΑΤ: Ένας στους 3 εργαζόμενους δυσκολεύεται να συνδυάσει δουλειά και παιδιά

Διαβάστε Επίσης

Περίπου 1 στους 3 εργαζόμενους στην Ελλάδα (33%) δηλώνει ότι η εργασία του συγκρούεται με τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Το ποσοστό είναι υψηλότερο στις γυναίκες, φτάνοντας το 35,4%, και στα άτομα ηλικίας 35 έως 44 ετών, όπου ανέρχεται σε 37,5%.

Τα στοιχεία προκύπτουν από την ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας. Η έρευνα κατέγραψε, μεταξύ άλλων, τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών έως 15 ετών, αλλά και ατόμων άνω των 15 ετών που είναι ασθενή, ευπαθή ή έχουν κάποια αναπηρία.

Εμπόδιο οι  πολλές ώρες εργασίας

Για όσους δηλώνουν δυσκολία στον συνδυασμό εργασίας και φροντίδας, το συχνότερο πρόβλημα είναι οι πολλές ώρες εργασίας, σε ποσοστό 34,9%. Ακολουθεί η απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας με 27%.

Ο χρόνος μετακίνησης αναφέρεται από το 12,9% των ερωτηθέντων, ενώ τα απρόβλεπτα ή δύσκολα ωράρια από το 13%. Τα ευρήματα αποτυπώνουν την πίεση που δέχονται οι εργαζόμενοι με φροντιστικές υποχρεώσεις, ιδιαίτερα στις ηλικίες όπου η ανατροφή παιδιών και η επαγγελματική δραστηριότητα συμπίπτουν.

Σχεδόν 3 στους 10 έχουν υποχρεώσεις φροντίδας

Συνολικά, το 29,8% των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας. Το 25,7% φροντίζει μόνο παιδιά, το 3,2% μόνο ενήλικες και το 0,9% τόσο παιδιά όσο και εξαρτώμενους ενήλικες.

Οι υποχρεώσεις φροντίδας είναι συχνότερες στις γυναίκες, με ποσοστό 31,9%, έναντι 27,6% στους άνδρες. Ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό στην ηλικιακή ομάδα 35-44 ετών, όπου φτάνει το 65,7%, ενώ στους απασχολούμενους ανέρχεται σε 35,2%.

Η ανατροφή των παιδών

Τα άτομα ηλικίας 18 έως 54 ετών δήλωσαν κατά μέσο όρο σχεδόν ένα παιδί που έχουν αναθρέψει στη ζωή τους. Ο μέσος όρος είναι υψηλότερος στις ημιαστικές περιοχές, με 1,26 παιδιά ανά άτομο, και χαμηλότερος στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών, με 0,81.

Καταγράφεται επίσης διαφορά μεταξύ ατόμων ελληνικής και ξένης ιθαγένειας, με τον μέσο αριθμό παιδιών να ανέρχεται σε 1,03 και 1,41 αντίστοιχα.

Με βάση το εκπαιδευτικό επίπεδο, περισσότερα παιδιά δηλώνουν τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως το Γυμνάσιο, ενώ ακολουθούν οι πτυχιούχοι Πανεπιστημίου με μέσο όρο 1,01 παιδί. Ο μικρότερος μέσος όρος, 0,93, καταγράφεται στα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Διαφοροποίηση υπάρχει και ως προς την εργασιακή κατάσταση: οι απασχολούμενοι δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,15 παιδιά, έναντι 0,81 για τους ανέργους και τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού. Μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 1,48 και 1,07 παιδιά.

Διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στις οικογενειακές άδειες

Η πλειονότητα όσων έχουν αναθρέψει παιδί και εργάζονται ή είχαν εργαστεί στο παρελθόν, σε ποσοστό 59,9%, δηλώνει ότι δεν έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής άδειας.

Η λήψη άδειας είναι λιγότερο συχνή στους άνδρες, καθώς μόλις το 24% αναφέρει ότι έχει λάβει οικογενειακή άδεια. Αντίθετα, οι περισσότερες γυναίκες δηλώνουν ότι έχουν λάβει άδεια μητρότητας ή γονική άδεια, ή και τα δύο.

Συχνότερη είναι η λήψη οικογενειακής άδειας στους νέους ηλικίας 18-24 ετών, με 57,3%, σε όσους διαθέτουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με 59,2%, και σε όσους έχουν μεταπτυχιακές σπουδές, με 58,7%. Στον δημόσιο τομέα το ποσοστό φτάνει το 80,9%, ενώ είναι ιδιαίτερα χαμηλό για τα άτομα ξένης ιθαγένειας, στο 14,3%, και για όσους έχουν ολοκληρώσει έως το Γυμνάσιο, στο 9,2%.

Η διάρκεια της άδειας διαφέρει επίσης σημαντικά ανά φύλο. Το 85,3% των ανδρών που πήραν άδεια έλαβε έως έξι μήνες, ενώ μόλις το 5,2% έλαβε άδεια από έξι μήνες έως έναν χρόνο και το 2,8% άδεια άνω του έτους. Στις γυναίκες, το 27,1% έλαβε άδεια διάρκειας έξι μηνών έως ενός έτους και το 30,5% άδεια μεγαλύτερη του ενός έτους.

Δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας παιδιών

Από τα άτομα που έχουν τη φροντίδα παιδιών κάτω των 15 ετών, το 67,9% δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα από τα παιδιά του, όπως παιδικό σταθμό, ολοήμερο σχολείο ή μπέιμπι σίτερ.

Τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης υπηρεσιών καταγράφονται στις ηλικίες 35-44 ετών, με 36,5%, και στους απασχολούμενους, με 34,9%. Αντίθετα, χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν οι άνεργοι, με 17%, και τα άτομα ηλικίας 18-24 ετών, με 14,1%.

Σε επίπεδο νοικοκυριών, η χρήση υπηρεσιών φροντίδας είναι συχνότερη στα ζευγάρια με παιδιά, με 31,7%, και στους μόνους ενήλικες με παιδιά, με 19,3%.

Προσωπική φροντίδα και βοήθεια συγγενών

Μεταξύ όσων έχουν παιδιά κάτω των 15 ετών αλλά δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, το 47,6% δηλώνει ότι προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνο του ή μαζί με τον ή τη σύντροφό του. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 68% στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού και το 64,1% στις ηλικίες 25-34 ετών.

Σημαντικό ρόλο έχει και η βοήθεια από συγγενείς και φίλους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αναφέρεται ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους.

Για το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ο βασικός λόγος συνδέεται με προβλήματα στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Το κόστος αναφέρεται από το 5,6%, η περιορισμένη διαθεσιμότητα από το 3% και άλλο πρόβλημα σχετικό με τις υπηρεσίες από το 1%.

Τελευταία Νέα