Ερώτηση προς την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατέθεσαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Ιωάννης Καριπίδης και Γεώργιος Παπαηλιού, ζητώντας λύση για αγρότες στη Θεσσαλία και σε όλη τη χώρα που αντιμετωπίζουν αναδρομική διαγραφή ολόκληρων ετών ασφάλισης στον πρώην ΟΓΑ.
Οι δύο βουλευτές αναφέρουν ότι η διαγραφή συνδέεται με οριακή υπέρβαση του ορίου των 150 ημερών ασφάλισης στο πρώην ΙΚΑ. Όπως επισημαίνουν, αγρότες και αγρότισσες που δεν εγκατέλειψαν την αγροτική δραστηριότητά τους, αλλά εργάστηκαν εποχικά ή περιστασιακά για να ενισχύσουν το χαμηλό εισόδημά τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτή την εξέλιξη ακόμη και κατά τη συνταξιοδότησή τους.
Κατά την ερώτηση, η υπέρβαση του ορίου ακόμη και κατά μία ή λίγες ημέρες οδηγεί σε αναδρομική διαγραφή, παρότι οι ασφαλισμένοι είχαν καταβάλει εισφορές στον ΟΓΑ για το ίδιο διάστημα και η Διοίκηση τις εισέπραττε χωρίς να αμφισβητεί έγκαιρα την υπαγωγή τους.
Οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι η πρακτική αυτή δεν αποτελεί τακτοποίηση παράλληλης ασφάλισης. Αναφέρουν ότι 151 ή 160 πραγματικές ημέρες μισθωτής εργασίας μπορεί να αποτελέσουν λόγο απώλειας δώδεκα μηνών αγροτικού ασφαλιστικού χρόνου, με συνέπειες στη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και στο ύψος της σύνταξης. Όπως σημειώνουν, επηρεάζονται ιδιαίτερα μικροί αγρότες, γυναίκες της υπαίθρου και κάτοικοι περιοχών όπου η εποχική απασχόληση αποτελεί συχνά τη μόνη δυνατότητα συμπλήρωσης του γεωργικού εισοδήματος.
Στην ερώτηση γίνεται διάκριση ανάμεσα στην υποχρεωτική υπαγωγή στο πρώην ΙΚΑ για τις πραγματικές ημέρες εξαρτημένης εργασίας, στην απώλεια ειδικής εξαίρεσης από τη μισθωτή ασφάλιση μετά την υπέρβαση του νόμιμου ορίου και στη διαγραφή χρόνου ασφάλισης στον πρώην ΟΓΑ.
Οι βουλευτές αναφέρουν ότι δεν προκύπτει ρητή διάταξη που να προβλέπει πως η 151η ημέρα ασφάλισης στο πρώην ΙΚΑ επιφέρει αυτομάτως διαγραφή ολόκληρου του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους στον πρώην ΟΓΑ. Αντιθέτως, επικαλούνται το άρθρο 11 παρ. 1 του Π.Δ. 78/1998, το οποίο τοποθετούσε τη διακοπή της αγροτικής ασφάλισης από την πρώτη ημέρα του μήνα υπαγωγής σε άλλον φορέα κύριας ασφάλισης, σε χρονική βάση που, όπως υποστηρίζουν, δεν ταυτίζεται με την αυτόματη απώλεια ολόκληρου έτους.
Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 54 του ν. 4921/2022 και 30 του ν. 5006/2022 δεν διασφάλισαν ισότιμη και πλήρη προστασία της καλόπιστης ασφάλισης για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ. Κατά τους ίδιους, το κόστος της καθυστερημένης διασταύρωσης μητρώων και της διοικητικής ασάφειας μεταφέρεται στους ασφαλισμένους, συχνά πολλά χρόνια αργότερα, όταν η αναδρομική διαγραφή είναι δυσκολότερο να ανατραπεί και η επιστροφή εισφορών ενδέχεται να έχει παραγραφεί.
Οι ερωτώντες τονίζουν ότι η 151η ημέρα μισθωτής εργασίας δεν αποδεικνύει εγκατάλειψη της αγροτικής δραστηριότητας και δεν μπορεί, χωρίς ειδική νομοθετική βάση και εξατομικευμένη κρίση, να εξομοιώνεται με πλήρες έτος ασφάλισης σε άλλον φορέα. Επισημαίνουν επίσης ότι η είσπραξη εισφορών επί σειρά ετών χωρίς έγκαιρη ενημέρωση και η μεταγενέστερη διαγραφή ασφαλιστικού χρόνου προσβάλλουν, κατά την άποψή τους, την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ασφαλισμένων.
Σημειώνουν ακόμη ότι η εκκρεμότητα έχει άμεσες επιπτώσεις σε συνταξιοδοτικές αποφάσεις που έχουν ήδη εκδοθεί, αλλά και σε αποφάσεις που βρίσκονται υπό έκδοση.
Με την ερώτησή τους ζητούν να διευκρινιστεί με ποια νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ο e-ΕΦΚΑ διαγράφει ολόκληρο έτος ασφάλισης στον πρώην ΟΓΑ αποκλειστικά λόγω υπέρβασης των 150 ημερών ασφάλισης στο πρώην ΙΚΑ, καθώς και πόσοι ασφαλισμένοι ή συνταξιούχοι έχουν επηρεαστεί.
Παράλληλα, ρωτούν αν η κυβέρνηση προτίθεται να αναστείλει άμεσα τις σχετικές διαγραφές και να θεσπίσει ρύθμιση για καταλογισμό μόνο του πραγματικού χρόνου επικάλυψης, πλήρη προστασία των εισφορών που εισπράχθηκαν καλόπιστα, επανεξέταση των ήδη εκδοθεισών πράξεων, αποκατάσταση του διαγραφέντος χρόνου και επανυπολογισμό των συντάξεων όπου απαιτείται.
