18 C
Athens
4 May - 2026

Δεξιότητες του μέλλοντος: Το χάσμα εκπαίδευσης και αγοράς στο επίκεντρο στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών

Διαβάστε Επίσης

Η ανάγκη καλύτερης σύζευξης ανάμεσα στην εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτομία και τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης «The Future of Skills: Bridging the Gap Between Education and the Modern Economy», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών (22-25 Απριλίου). Τη συζήτηση συντόνισε η Μαρίλη Μέξη, Senior Policy Advisor & Research Lead στο Geneva Graduate Institute και Visiting Fellow του Cornell University Global Labor Institute.

Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, αναγνώρισε ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες πρέπει να ξεκινήσει με ειλικρίνεια, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα αλλάζει με αργούς ρυθμούς, ενώ καλείται να ενσωματώσει μεγάλες τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις. «Λειτουργούμε με υποδομές που μας θυμίζουν τα σχολεία που πήγαμε κι εμείς, ή και οι γονείς και οι παππούδες μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στο περιεχόμενο σπουδών, στα νέα προγράμματα και στην επικείμενη αλλαγή των σχολικών βιβλίων από το 2027. Όπως σημείωσε, έχουν ήδη ανανεωθεί τα βιβλία πληροφορικής στο Γυμνάσιο, ενώ προχωρά η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όχι μόνο στα νέα προγράμματα σπουδών, αλλά και στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, αναφέρθηκε στον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού με διαδραστικούς πίνακες, σετ ρομποτικής και νέα εργαλεία για τη γενική και ειδική εκπαίδευση.

«Πρέπει να μιλάμε με όρους ισότητας», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογική μετάβαση αφορά και τα παιδιά σε ειδικά ή δυσπρόσιτα σχολεία, συνδέοντας την εκπαίδευση με την κοινωνική δικαιοσύνη και τη συνοχή. Υπογράμμισε ακόμη ότι η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να συνδυάζονται με κρίσιμες δεξιότητες, όπως η κριτική σκέψη, η ανθεκτικότητα, η προσαρμοστικότητα, η συνεργασία, η δημιουργικότητα και η επίλυση προβλημάτων. «Θέλουμε να διαμορφώσουμε πιο δυνατούς, ευπροσάρμοστους και ανθεκτικούς πολίτες, που κατανοούν ότι η νέα συνθήκη είναι η διαρκής αλλαγή», σημείωσε.

Αναφέρθηκε επίσης στη στρατηγική για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση για την περίοδο 2025-2027, καθώς και στη λειτουργία περιφερειακών και κεντρικών συμβουλίων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε οι αποφάσεις για νέες ειδικότητες να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και των επιχειρήσεων. Στο πεδίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης, σημείωσε ότι καταγράφεται αύξηση 15% στις εγγραφές αποφοίτων Γυμνασίου στα Επαγγελματικά Λύκεια, ενώ οι πόροι για τη μαθητεία αυξήθηκαν από 85 εκατ. ευρώ σε περίπου 150 εκατ. ευρώ.

Ο Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος, στάθηκε στο χάσμα ταχύτητας ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγή. Όπως ανέφερε, «παρατηρείται αναντιστοιχία ρυθμού ανάμεσα στα συστήματα της εκπαίδευσης και της παραγωγικής πραγματικότητας. Τα προγράμματα σπουδών εξελίσσονται σε βάθος ετών, ενώ οι απαιτήσεις της αγοράς αλλάζουν μέσα σε μήνες».

Παπαστράτος

Αναφερόμενος στην τεχνητή νοημοσύνη, την αυτοματοποίηση, τη ρομποτική, την πράσινη μετάβαση, το δημογραφικό και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, υπογράμμισε ότι οι αλλαγές συντελούνται ταυτόχρονα και με μεγάλη ταχύτητα. Τόνισε ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες «έτοιμων» ταλέντων, αλλά οφείλουν να συμβάλουν ενεργά στην εκπαίδευση και την προετοιμασία των εργαζομένων.

Παρουσιάζοντας στοιχεία έρευνας της MARC για λογαριασμό της Παπαστράτος, ανέφερε ότι σχεδόν το 90% των ερωτηθέντων πιστεύει πως η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ περίπου οι μισοί θεωρούν ότι οι Έλληνες δεν είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν. Την ίδια στιγμή, το 85% δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες και περίπου το 70% χρησιμοποιεί ή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει εργαλεία AI. «Αυτό δημιουργεί αισιοδοξία», σημείωσε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι απαιτείται ενεργότερος ρόλος της επιχειρηματικής κοινότητας.

Σε ό,τι αφορά τις δεξιότητες του μέλλοντος, έδωσε έμφαση στην κριτική σκέψη, στη λήψη αποφάσεων και στην ιεράρχηση της πληροφορίας. Όπως είπε, το AI μπορεί να λειτουργεί ως αναλυτής, αλλά «δεν είναι αυτό που λαμβάνει τις αποφάσεις». Έθεσε επίσης το ερώτημα για το πώς θα μετασχηματιστεί η διοίκηση οργανισμών, όταν οι ηγέτες καλούνται να διαχειρίζονται όχι μόνο ανθρώπους, αλλά και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως LLMs και agents. Στόχος, όπως ανέφερε, είναι η δημιουργία οργανισμών «AI ready», με έμφαση στην εκπαίδευση και την εξοικείωση των εργαζομένων.

Ο Πρύτανης του Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Ιωάννης Χατζηγεωργίου, υπογράμμισε ότι η έρευνα και η καινοτομία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την ανάπτυξη τόσο των ιδρυμάτων όσο και της χώρας. Όπως ανέφερε, το ΕΜΠ διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό έρευνας 120 εκατ. ευρώ, ενώ σε βάθος τετραετίας, μαζί με εξωτερικές χρηματοδοτήσεις, το ποσό φτάνει τα 650 εκατ. ευρώ.

Τόνισε ότι η συμβολή της έρευνας στην οικονομία είναι τόσο άμεση, μέσω φόρων και εισφορών, όσο και έμμεση, μέσω της παραγωγής καινοτόμων ιδεών που μπορούν να μετατραπούν σε προϊόντα και υπηρεσίες. Σε ό,τι αφορά τις δεξιότητες, επεσήμανε την ευθύνη των πανεπιστημίων να προσαρμόζουν τα προγράμματα σπουδών και να ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες. «Είμαστε ώριμοι να συνεργαστούμε με τη βιομηχανία», σημείωσε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι εξακολουθεί να υπάρχει δισταγμός από την πλευρά ορισμένων επιχειρήσεων.

Ο Κωνσταντίνος Πουλιάκας, Expert στο CEDEFOP, ανέδειξε τη σημασία των δεδομένων για την κατανόηση των αναγκών της αγοράς εργασίας. Όπως ανέφερε, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ένα ισχυρό mega trend, αλλά όχι το μοναδικό, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία του δημογραφικού, της γήρανσης του πληθυσμού και των νέων μορφών απασχόλησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, σχεδόν το 40% των Ευρωπαίων εργαζομένων χρειάστηκε τον τελευταίο χρόνο να μάθει νέες ψηφιακές τεχνολογίες, ενώ περίπου τρεις στους δέκα χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία τους. Για την Ελλάδα, ανέφερε ότι παρατηρείται σημαντικό χάσμα μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής χρήσης AI, με το ποσοστό ενσωμάτωσης στον χώρο εργασίας να παραμένει κοντά στο 20%.

Αναφερόμενος στις δεξιότητες που ζητούν περισσότερο οι εργοδότες, έκανε λόγο για τέσσερις βασικές κατηγορίες: ψηφιακές δεξιότητες, ήπιες κοινωνικές δεξιότητες, δεξιότητες διοίκησης και ηγεσίας, καθώς και δεξιότητες αυτοδιαχείρισης. Όπως εξήγησε, οι τελευταίες αφορούν την ικανότητα του ατόμου να μαθαίνει διαρκώς και να εξελίσσεται, τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά.

Κοινό συμπέρασμα της συζήτησης ήταν ότι το μέλλον των δεξιοτήτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Απαιτεί καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων, ταχύτερη προσαρμογή, ουσιαστική συνεργασία μεταξύ εκπαίδευσης και παραγωγής, επένδυση στην πρακτική εμπειρία και μια νέα ισορροπία ανάμεσα στις τεχνολογικές και τις ανθρώπινες δεξιότητες.

Τελευταία Νέα