34 C
Athens
3 August - 2026

Όταν ο καπιταλισμός δεν θα χρειάζεται πια εργαζομένους (αλλά θα χρειάζεται καταναλωτές)

Διαβάστε Επίσης

Η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να μην καταργήσει τον καπιταλισμό, αλλά να τον μετατρέψει σε ένα σύστημα που θα χρειάζεται την πλειονότητα των ανθρώπων μόνο ως καταναλωτές μιας αυστηρά ελεγχόμενης αγοραστικής δύναμης.

Υπάρχει ένα ερώτημα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη που, όσο περισσότερο το εξετάζει κανείς, τόσο δυσκολότερα μπορεί να το απορρίψει ως υπερβολικό:

Μήπως η βαθύτερη οικονομική λειτουργία της τεχνητής νοημοσύνης είναι να επιτρέψει στον πλούτο να αποκτήσει πρόσβαση στη δεξιότητα, αφαιρώντας ταυτόχρονα από τους ανθρώπους που διαθέτουν τη δεξιότητα τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στον πλούτο;

Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε στην τεχνολογία κάποια ενιαία, προσχεδιασμένη πρόθεση. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν δημιουργήθηκε μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο από ανθρώπους που αποφάσισαν συνειδητά να καταργήσουν την οικονομική αξία της ανθρώπινης εργασίας.

Οι τεχνολογίες, άλλωστε, σπάνια έχουν μία και μοναδική πρόθεση.

Αποκτούν όμως λειτουργία μέσα στο οικονομικό σύστημα στο οποίο εντάσσονται. Και η λειτουργία αυτή δεν καθορίζεται μόνο από το τι μπορούν να κάνουν, αλλά από το ποιος τις κατέχει, ποιος τις ελέγχει και ποιος εισπράττει την αξία που παράγουν.

Για αιώνες, η δεξιότητα υπήρξε ένα από τα ελάχιστα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία που μπορούσε να διαθέτει ο άνθρωπος χωρίς κεφάλαιο.

Τεχνητή Νοημοσύνη: Εργαλείο, αλλά και πολλαπλασιαστής ψευδών ειδήσεων στην Υγεία

Ο τεχνίτης, ο συγγραφέας, ο μηχανικός, ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο καλλιτέχνης, ο προγραμματιστής ή ο δημοσιογράφος μπορεί να μην κατείχαν γη, μηχανές, εργοστάσια ή χρηματοπιστωτικά δίκτυα. Είχαν όμως κάτι που το κεφάλαιο χρειαζόταν και δεν μπορούσε να αποκτήσει χωρίς αυτούς.

Είχαν γνώση.

Εμπειρία.

Κρίση.

Τεχνική.

Δημιουργικότητα.

Για να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτές τις ικανότητες, ο ιδιοκτήτης του κεφαλαίου ήταν υποχρεωμένος να διαπραγματευτεί με τους ανθρώπους που τις κατείχαν. Έπρεπε να τους προσλάβει, να τους αμείψει, να τους παραχωρήσει ένα μέρος της αξίας που η εργασία τους δημιουργούσε.

Η σχέση αυτή ήταν πάντοτε άνιση. Δεν ήταν όμως μονόπλευρη.

Ο εργαζόμενος δεν διέθετε τα μέσα παραγωγής, αλλά διέθετε κάτι που τα μέσα παραγωγής δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς αυτόν. Η δεξιότητά του ήταν ενσωματωμένη στο πρόσωπό του. Δεν μπορούσε να αποσπαστεί πλήρως από τον ίδιο, να αποθηκευτεί κάπου αλλού και να χρησιμοποιηθεί επ’ άπειρον χωρίς τη συμμετοχή του.

Η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να διαρρηγνύει αυτή την ιστορική σχέση.

Δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο για να το πετύχει. Αρκεί να μειώσει την εξάρτηση του κεφαλαίου από συγκεκριμένους ανθρώπους.

Δεν χρειάζεται να γίνει καλύτερη από τον καλύτερο προγραμματιστή, τον καλύτερο συντάκτη ή τον καλύτερο σχεδιαστή. Αρκεί να είναι αρκετά καλή ώστε μια επιχείρηση να μπορεί να πραγματοποιεί με πέντε εργαζομένους όσα προηγουμένως απαιτούσαν πενήντα.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη και ο κίνδυνος να γίνουμε «αντίστροφοι κένταυροι»

Αρκεί να κάνει τη γνώση περισσότερο τυποποιημένη.

Την παραγωγή περισσότερο αυτοματοποιημένη.

Τον εργαζόμενο περισσότερο εναλλάξιμο.

Και όσο πιο εναλλάξιμος γίνεται ο άνθρωπος, τόσο λιγότερη διαπραγματευτική δύναμη διαθέτει.

Η μεγάλη οικονομική μετατόπιση δεν βρίσκεται επομένως μόνο στην αυτοματοποίηση ορισμένων εργασιών. Βρίσκεται στη μεταφορά της γνώσης από το πρόσωπο στο σύστημα, από τον εργαζόμενο στο εταιρικό περιουσιακό στοιχείο, από τη ζωντανή εμπειρία στην ιδιόκτητη υποδομή.

Η συσσωρευμένη ανθρώπινη δημιουργία —κείμενα, εικόνες, μουσική, λογισμικό, επιστημονικά έργα, τεχνικά εγχειρίδια, αποφάσεις και κρίσεις— μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για συστήματα τα οποία ανήκουν σε έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό εταιρειών.

Η συλλογική γνώση της ανθρωπότητας ιδιωτικοποιείται τεχνολογικά.

Και στη συνέχεια επιστρέφει στην αγορά ως προϊόν, για να ανταγωνιστεί τους ανθρώπους από τους οποίους προήλθε.

Ο συγγραφέας παράγει τα κείμενα πάνω στα οποία εκπαιδεύεται το σύστημα που θα πιέσει προς τα κάτω την αμοιβή του συγγραφέα.

Ο καλλιτέχνης δημιουργεί τις εικόνες πάνω στις οποίες θα βασιστεί μια μηχανή για να παράγει αμέτρητες φθηνότερες εικόνες.

Ο προγραμματιστής γράφει τον κώδικα που θα επιτρέψει σε μια εταιρεία να χρειάζεται λιγότερους προγραμματιστές.

Η ανθρώπινη δεξιότητα κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί στην πρώτη ύλη της ίδιας της οικονομικής της υποτίμησης.

Ωστόσο, σε αυτό το σημείο αναδύεται μια ακόμη βαθύτερη αντίφαση.

Αν η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέψει στις επιχειρήσεις να μειώσουν θεαματικά την ανάγκη τους για ανθρώπινη εργασία, τότε ποιος θα αγοράζει όλα όσα θα παράγουν;

Ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται μόνο παραγωγούς.

Χρειάζεται καταναλωτές.

Και στον μαζικό καπιταλισμό των τελευταίων δύο αιώνων, οι παραγωγοί και οι καταναλωτές είναι, σε μεγάλο βαθμό, οι ίδιοι άνθρωποι.

Ο εργαζόμενος λαμβάνει μισθό επειδή συμμετέχει στην παραγωγή και χρησιμοποιεί αυτόν τον μισθό για να αγοράσει τα προϊόντα που παράγουν οι επιχειρήσεις. Το εισόδημα από την εργασία δεν αποτελεί μόνο κόστος για το σύστημα. Αποτελεί ταυτόχρονα τη βασική πηγή της ζήτησης που το συντηρεί.

Κάθε επιχείρηση, εξεταζόμενη μεμονωμένα, έχει κίνητρο να περιορίσει το εργατικό της κόστος.

Να αντικαταστήσει δέκα ανθρώπους με ένα σύστημα και έναν επιβλέποντα.

Να παράγει περισσότερα με λιγότερους.

Να αυξήσει την αποδοτικότητα και το περιθώριο κέρδους.

Αυτό που είναι λογικό, όμως, για κάθε επιχείρηση ξεχωριστά μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό για το σύστημα συνολικά.

Αν όλες οι επιχειρήσεις μειώσουν ταυτόχρονα τους μισθούς και την απασχόληση, μειώνουν και το εισόδημα από το οποίο περιμένουν να χρηματοδοτηθεί η κατανάλωση των προϊόντων τους.

Η παραγωγή μπορεί να γίνει σχεδόν απεριόριστη.

Η ζήτηση, όμως, δεν δημιουργείται από μόνη της.

Ένα εργοστάσιο μπορεί να παράγει εκατομμύρια προϊόντα με ελάχιστους εργαζομένους. Δεν μπορεί όμως να εξαναγκάσει ανθρώπους χωρίς εισόδημα να τα αγοράσουν.

Θα σήμαινε αυτό την κατάρρευση του καπιταλισμού;

Όχι απαραιτήτως.

Ο καπιταλισμός έχει αποδειχθεί ιστορικά εξαιρετικά ικανός όχι μόνο να επιβιώνει από τις αντιφάσεις του, αλλά και να μεταλλάσσεται μέσα από αυτές. Δεν επιλύει πάντοτε τα προβλήματα που δημιουργεί. Συχνά τα μεταφέρει στο κράτος, στο χρέος, στις επόμενες γενιές ή σε άλλες κοινωνικές ομάδες.

Ο πρώτος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την απώλεια εισοδήματος από την εργασία θα ήταν η αναδιανομή.

Το κράτος θα μπορούσε να φορολογεί τα κέρδη της αυτοματοποίησης, την ιδιοκτησία των συστημάτων ή την τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας και να επιστρέφει ένα μέρος της αξίας στους πολίτες με τη μορφή επιδομάτων, δημόσιων υπηρεσιών ή ενός καθολικού βασικού εισοδήματος.

Σε μια τέτοια οικονομία, ο άνθρωπος δεν θα αποκτούσε εισόδημα κυρίως επειδή εργάζεται.

Θα αποκτούσε εισόδημα ώστε να μπορεί να συνεχίσει να καταναλώνει.

Οι επιχειρήσεις θα παρήγαν με όλο και λιγότερη ανθρώπινη εργασία. Το κράτος θα αναδιένειμε ένα μέρος της παραγόμενης αξίας και οι πολίτες θα επέστρεφαν αυτό το εισόδημα στις ίδιες επιχειρήσεις μέσω της κατανάλωσης.

Θα επρόκειτο για μια ιδιότυπη κυκλική οικονομία, στην οποία το κράτος θα επιδοτούσε τη ζήτηση για να προστατεύσει ένα παραγωγικό σύστημα που δεν θα παρείχε πλέον επαρκές εισόδημα μέσω της εργασίας.

Ένας δεύτερος μηχανισμός θα ήταν το χρέος.

Η κατανάλωση μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο διάστημα ακόμη και όταν τα πραγματικά εισοδήματα υποχωρούν. Πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά δάνεια, καταναλωτική πίστη και δημόσιος δανεισμός μπορούν να υποκαταστήσουν προσωρινά τον μισθό.

Το χρέος όμως δεν δημιουργεί εισόδημα.

Μεταφέρει κατανάλωση από το μέλλον στο παρόν.

Και δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ άπειρον χωρίς διαδοχικές κρίσεις, διαγραφές, πληθωρισμό ή κατάρρευση της εμπιστοσύνης πάνω στην οποία στηρίζεται.

Ο τρίτος τρόπος θα ήταν η δημιουργία νέων επαγγελμάτων.

Κάθε μεγάλη τεχνολογική μετάβαση καταργεί ορισμένες μορφές εργασίας και δημιουργεί άλλες. Αυτό αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα απέναντι στις πιο απόλυτες προβλέψεις περί μαζικής ανεργίας.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Είναι πόσες θα είναι, πόσο θα αμείβονται και αν θα δημιουργούνται με την ίδια ταχύτητα με την οποία θα υποτιμώνεται ή θα εξαφανίζεται η υπάρχουσα εργασία.

Μία κοινωνία δεν χρειάζεται απλώς νέες δουλειές. Χρειάζεται θέσεις εργασίας ικανές να προσφέρουν εισόδημα, ασφάλεια, κοινωνική θέση και δυνατότητα σχεδιασμού μιας ζωής.

Δεν αρκεί να χαθούν εκατομμύρια σταθερές θέσεις και να αντικατασταθούν από ένα μικρότερο πλήθος επισφαλών δραστηριοτήτων γύρω από τις πλατφόρμες που ελέγχουν την παραγωγή.

Υπάρχει, βέβαια, και μια τέταρτη δυνατότητα: η διεύρυνση της ιδιοκτησίας.

Αν οι πολίτες δεν μπορούν πλέον να αποκτούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους ως εργαζόμενοι, θα μπορούσαν να το αποκτούν ως συνιδιοκτήτες των νέων μέσων παραγωγής.

Μέσω δημόσιων ταμείων, συνεταιρισμών, κοινωνικών μερισμάτων, συμμετοχής στα κέρδη ή κοινής ιδιοκτησίας των τεχνολογικών υποδομών.

Σε αυτή την περίπτωση, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε πράγματι να εκπληρώσει μία από τις παλαιότερες υποσχέσεις της τεχνολογικής προόδου: να μειώσει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας χωρίς να καταδικάσει τον άνθρωπο στη φτώχεια.

Η αύξηση της παραγωγικότητας θα μεταφραζόταν σε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, μεγαλύτερη ασφάλεια και ευρύτερη συμμετοχή στον πλούτο.

Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα κινούμαστε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η ιδιοκτησία των μοντέλων, των δεδομένων, των επεξεργαστών, των υπολογιστικών κέντρων και των δικτύων συγκεντρώνεται.

Και όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται μέσα σε ένα περιβάλλον συγκεντρωμένης ιδιοκτησίας, η αύξηση της αξίας δεν διαχέεται αυτομάτως στην κοινωνία. Τείνει να κατευθύνεται προς εκείνους που ελέγχουν τις υποδομές.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί, θεωρητικά, να επιτρέψει στον ανεξάρτητο δημιουργό ή στη μικρή επιχείρηση να αποκτήσει δυνατότητες που μέχρι πρόσφατα διέθεταν μόνο μεγάλοι οργανισμοί.

Μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την ανάγκη να ενταχθεί σε τεράστιες εταιρικές δομές.

Μπορεί, όμως, και να επιτρέψει στις τεράστιες εταιρικές δομές να απελευθερωθούν από την ανάγκη να απασχολούν πολλούς ανθρώπους.

Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) το 2025: Η μεγάλη ευκαιρία για τις εταιρείες τεχνολογίας

Το ποια από τις δύο κατευθύνσεις θα επικρατήσει δεν αποτελεί τεχνολογικό ερώτημα.

Είναι ζήτημα ιδιοκτησίας και εξουσίας.

Αν η ιδιοκτησία παραμείνει συγκεντρωμένη, το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα η κατάρρευση του καπιταλισμού, αλλά η μετάλλαξή του.

Ο μαζικός καταναλωτικός καπιταλισμός βασίστηκε στην υπόσχεση ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού θα συμμετέχουν ταυτόχρονα στην παραγωγή και στην κατανάλωση. Ο εργαζόμενος θα αποτελεί κόστος για την επιχείρηση, αλλά ταυτόχρονα πελάτη για το σύστημα.

Σε έναν πλήρως αυτοματοποιημένο καπιταλισμό, η πρώτη ιδιότητα αρχίζει να χάνει τη σημασία της.

Η δεύτερη, όμως, παραμένει απαραίτητη.

Η πλειονότητα μπορεί να πάψει να είναι αναγκαία ως παραγωγική δύναμη, αλλά δεν μπορεί να πάψει να είναι αναγκαία ως καταναλωτικό σώμα.

Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε μια κοινωνία ελευθερωμένη από την εργασία, αλλά σε μια κοινωνία εξαρτημένη από τη διανομή μιας ελάχιστης αγοραστικής δυνατότητας.

Οι πολίτες δεν θα αμείβονται επειδή το σύστημα χρειάζεται την εργασία τους. Θα λαμβάνουν ένα εισόδημα επειδή το σύστημα χρειάζεται την κατανάλωσή τους.

Και αυτό θα άλλαζε ριζικά τη σχέση τους με την εξουσία.

Ο μισθός, όσο ανεπαρκής και αν είναι συχνά, προκύπτει από μια ανταλλαγή. Ο εργαζόμενος διαθέτει κάτι το οποίο ο εργοδότης χρειάζεται. Μπορεί να οργανωθεί, να απεργήσει, να αποσύρει την εργασία του, να διεκδικήσει μεγαλύτερο μέρος της αξίας.

Το επίδομα που χορηγείται μόνο για τη διατήρηση της κατανάλωσης δεν δημιουργεί την ίδια ισορροπία.

Δεν στηρίζεται σε μια ανάγκη του κεφαλαίου για τον εργαζόμενο, αλλά σε μια πολιτική απόφαση για το ύψος του εισοδήματος που πρέπει να διαθέτει ο πληθυσμός ώστε να μην καταρρεύσει η ζήτηση και να μην απειληθεί η κοινωνική σταθερότητα.

Σε μια τέτοια κοινωνία, ο άνθρωπος μπορεί να έχει αρκετά για να επιβιώνει, αλλά όχι αρκετά για να αυτονομηθεί.

Αρκετά για να καταναλώνει, αλλά όχι αρκετά για να αποκτά περιουσία.

Αρκετά για να συμμετέχει στην αγορά, αλλά όχι αρκετά για να επηρεάζει τους όρους της.

Θα μπορούσε να εμφανιστεί έτσι ένας καπιταλισμός στον οποίο η πλειονότητα δεν θα κατέχει σχεδόν τίποτε, αλλά θα αποκτά πρόσβαση στα πάντα μέσω ενοικίασης, συνδρομής ή προσωρινής χρήσης.

Δεν θα κατέχει τη στέγη, το λογισμικό, τα μέσα εργασίας, τα δεδομένα ή τις υποδομές επικοινωνίας της. Θα πληρώνει για το δικαίωμα πρόσβασης σε συστήματα που ανήκουν αλλού.

Η οικονομία δεν θα περιστρέφεται τόσο γύρω από την παραγωγή και την πώληση αγαθών όσο γύρω από την είσπραξη προσόδων για την πρόσβαση σε ιδιόκτητα δίκτυα.

Αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να εξακολουθεί να ονομάζεται καπιταλιστικός.

Θα έμοιαζε όμως λιγότερο με τον βιομηχανικό καπιταλισμό του 20ού αιώνα και περισσότερο με ένα σύστημα τεχνολογικής φεουδαρχίας: λίγοι ιδιοκτήτες των βασικών υποδομών και μια τεράστια πλειονότητα ανθρώπων εξαρτημένων από την πρόσβαση που εκείνοι παραχωρούν.

Η πραγματική σύγκρουση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι, επομένως, μια απλή σύγκρουση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη μηχανή.

Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους διανομής της παραγωγικότητας της μηχανής.

Στον πρώτο, η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας, αυξάνει τον κοινωνικό πλούτο και επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν καλύτερα εργαζόμενοι λιγότερο.

Στον δεύτερο, αυξάνει τα κέρδη, συμπιέζει την αξία της εργασίας, συγκεντρώνει την ιδιοκτησία και αναθέτει στο κράτος τη διαχείριση ενός πληθυσμού που δεν είναι πλέον απαραίτητος ως εργατικό δυναμικό, αλλά παραμένει απαραίτητος ως αγορά.

Το μέλλον δεν θα κριθεί από το πόσο έξυπνες θα γίνουν οι μηχανές.

Θα κριθεί από το αν η παραγωγικότητά τους θα αποτελέσει κοινό κοινωνικό μέρισμα ή ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο.

Από το αν ο χρόνος που θα απελευθερωθεί θα γίνει ελευθερία για τους πολλούς ή κέρδος για τους λίγους.

Από το αν η μείωση της ανθρώπινης εργασίας θα συνοδευτεί από διεύρυνση της ιδιοκτησίας ή από ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση όσων δεν κατέχουν τίποτε.

Άρα ναι: αν οι εργαζόμενοι χάσουν πλήρως την αγοραστική τους δύναμη, το σύστημα θα βρεθεί σε κρίση.

Αλλά πριν καταρρεύσει, πιθανότατα θα προσπαθήσει να τους δώσει ακριβώς αρκετό εισόδημα για να συνεχίσουν να καταναλώνουν, χωρίς να τους δώσει αρκετή ιδιοκτησία ώστε να αποκτήσουν πραγματική δύναμη.

Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό ενδεχόμενο.

Όχι μια κοινωνία χωρίς καπιταλισμό, αλλά ένας καπιταλισμός που δεν χρειάζεται πλέον την πλειονότητα ως παραγωγούς — μόνο ως τελικούς αποδέκτες μιας ελεγχόμενης αγοραστικής δύναμης.

Τελευταία Νέα