19.6 C
Athens
1 October - 2026

Γραφείου Προϋπολογισμού Βουλής: «Όχι» σε οριζόντιες μειώσεις φόρων για την ενέργεια

Διαβάστε Επίσης

Ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, εισηγείται στοχευμένη ενίσχυση για τα νοικοκυριά και τις ομάδες που επηρεάζονται περισσότερο από το υψηλό ενεργειακό κόστος, αντί για οριζόντιες παρεμβάσεις στη φορολογία. Κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου, εκτίμησε ότι οι δυνατότητες για νέα μέτρα είναι περιορισμένες μετά τις παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν τον Σεπτέμβριο.

Ο κ. Τσουκαλάς ανέφερε ότι η μείωση του ΦΠΑ ή των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης σε γενικευμένη βάση συνεπάγεται μεγαλύτερη επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό, χωρίς να διασφαλίζει ότι η στήριξη θα φτάσει αποτελεσματικότερα στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.

Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στους κρατικούς προϋπολογισμούς και τις αγορές. Επισήμανε ότι μια ενδεχόμενη ενεργοποίηση ρήτρας διαφυγής σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε να επηρεάσει την αγορά κρατικών ομολόγων.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμεινε υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης τον Αύγουστο, όταν διαμορφώθηκε στο 3,7%, έναντι 3,2%. Ο επικεφαλής του ΓΠΚΒ εκτιμά ότι ο ετήσιος πληθωρισμός δύσκολα θα υποχωρήσει κάτω από το 3,2%, ενώ απέφυγε να κάνει πρόβλεψη για το 2027, επικαλούμενος την αβεβαιότητα.

Πληθωρισμός και ανάπτυξη υπό ενεργειακή πίεση

Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού προειδοποιεί ότι η επίμονη διαφορά ανάμεσα στον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Παρά τους κινδύνους, το ΓΠΚΒ διατηρεί τη βασική πρόβλεψή του για αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% το 2026. Το εύρος της εκτίμησης κυμαίνεται μεταξύ 1,7% και 2%. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κινείται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, όμως οι εξελίξεις στις τιμές ενέργειας και ο πληθωρισμός παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες αβεβαιότητας.

Με βάση τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που περιλαμβάνει η έκθεση, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Στην Ευρωζώνη, η αύξηση ήταν 1,2%.

Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 1,7%, η δημόσια κατανάλωση κατά 1% και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2%. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου κατέγραψαν αύξηση 6,1%, ενώ οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 3,7%, με αρνητική επίδραση στον ρυθμό μεγέθυνσης.

Μέση Ανατολή, ενέργεια και επιτόκια

Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει εντείνει την αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης και τη διασφάλιση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η έκθεση καταγράφει ότι οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση, ενώ η υποχώρηση του πληθωρισμού έχει διακοπεί.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε τον Σεπτέμβριο σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων, μετά την αντίστοιχη κίνηση του Ιουνίου. Το ΓΠΚΒ αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαϊκές και διεθνείς οικονομίες επέδειξαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο ενεργειακό σοκ από την αρχικά αναμενόμενη, αλλά υπογραμμίζει ότι η πίεση είναι εμφανής στις αγορές κρατικού χρέους.

Ιδιαίτερη ενότητα της τριμηνιαίας έκθεσης αφορά την αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών. Η ειδική μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού, με βάση τριμηνιαία στοιχεία της περιόδου 1999-2025, εξετάζει τους πολλαπλασιαστές των δημόσιων επενδύσεων και της δημόσιας κατανάλωσης, καθώς και την επίδρασή τους στην ιδιωτική ζήτηση.

Σε ορίζοντα ενός έτους, οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια κατανάλωση εμφανίζουν παρόμοια επίδραση στο ΑΕΠ, με σωρευτικό πολλαπλασιαστή κοντά στη μονάδα. Σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, όμως, οι δημόσιες επενδύσεις εμφανίζουν ισχυρότερη και πιο διαρκή συμβολή στην οικονομική δραστηριότητα.

Οι αποδόσεις των δημόσιων επενδύσεων

Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, κάθε ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται με περίπου 1,7 ευρώ επιπλέον ΑΕΠ σε διάστημα δύο ετών και με 2,25 ευρώ σε τρία έτη. Για τη δημόσια κατανάλωση, οι αντίστοιχοι πολλαπλασιαστές υπολογίζονται σε 1,14 ευρώ στα δύο έτη και 1,06 ευρώ στα τρία έτη.

Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνδέεται επίσης, με χρονική υστέρηση, με άνοδο των επιχειρηματικών επενδύσεων έως περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το επίπεδο που θα είχαν χωρίς αυτή τη δαπάνη. Η επίδραση αυτή αποδεικνύεται πιο σταθερή και στατιστικά σημαντική από την αντίστοιχη που ακολουθεί αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης.

Το εύρημα συνδέεται με το επενδυτικό έλλειμμα της χώρας, το οποίο για το 2025 υπολογίζεται σε 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Το ΓΠΚΒ διευκρινίζει ότι οι εκτιμήσεις περιβάλλονται από μεγαλύτερη αβεβαιότητα όσο αυξάνεται ο χρονικός ορίζοντας και ότι κάθε έργο πρέπει να αξιολογείται με βάση την ποιότητα, το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και το δημοσιονομικό κόστος του.

Η πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας ενισχύθηκε περαιτέρω, παρά τη διεθνή αναταραχή στις αγορές ομολόγων. Οι Morningstar DBRS, Rating and Investment (R&I) και Moody’s διατήρησαν την αξιολόγηση της χώρας, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές, ενώ η Scope αύξησε τη βαθμίδα της Ελλάδας από BBB σε BBB+.

Δημόσιο χρέος και αγορές ομολόγων

Οι οίκοι αξιολόγησης αποδίδουν τη βελτίωση στην ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, στη δημοσιονομική πειθαρχία, στην αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, στους βελτιωμένους δείκτες του τραπεζικού συστήματος και στην ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε διαδοχικά εξωγενή σοκ. Επισημαίνουν, ωστόσο, την ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας.

Η ειδική ανάλυση του ΓΠΚΒ για τα κρατικά ομόλογα δείχνει ότι η ευαισθησία των ελληνικών τίτλων στις διεθνείς αναταράξεις έχει περιοριστεί σημαντικά μετά το 2022. Στην περίοδο της πανδημίας, τα ελληνικά ομόλογα ήταν τα πιο ευάλωτα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης που εξετάστηκαν, αντιδρώντας υπερδιπλάσια σε σχέση με τις αμέσως επόμενες χώρες του δείγματος.

Σήμερα, η συμπεριφορά των ελληνικών ομολόγων προσεγγίζει εκείνη της Ιταλίας και της Πορτογαλίας. Καθοριστική συμβολή είχαν η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες, η μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των χωρών που μελετήθηκαν.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού προειδοποιεί ότι η βελτίωση δεν είναι μόνιμα εξασφαλισμένη. Καθώς το ελληνικό χρέος μετακινείται σταδιακά από τον επίσημο προς τον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές αναμένεται να γίνουν πιο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές αποφάσεις της χώρας.

Πλεόνασμα, έσοδα και ανεργία

Το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, μετά τις απαραίτητες προσαρμογές, κατέγραψε πλεόνασμα 11,302 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026. Το ποσό ήταν υψηλότερο κατά 1,995 δισ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αποδίδεται εν μέρει στις αυξημένες ταξιδιωτικές εισπράξεις και εν μέρει στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης σε τρέχουσες τιμές.

Οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά 4,916 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Οι πρωτογενείς δαπάνες ήταν αυξημένες κατά 3,190 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης αυξήθηκαν κατά 1,471 δισ. ευρώ.

Στην αγορά εργασίας, η εποχικά διορθωμένη ανεργία υποχώρησε στο 8,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 9% ένα έτος πριν. Οι άνεργοι περιορίστηκαν σε 394.000, καταγράφοντας μείωση 34.000 ατόμων ή 7,9%. Η ανεργία των γυναικών διαμορφώθηκε στο 11,2%, έναντι 5,9% των ανδρών, ενώ για τους νέους 15-29 ετών μειώθηκε στο 15,4% από 15,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2025.

Η πρόκληση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Το ΓΠΚΒ θεωρεί ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δεν δημιουργεί μείζον δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά συνιστά «δοκιμασία ωριμότητας»: η ελληνική οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει την επενδυτική της δυναμική χωρίς την έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Παρ’ όλα αυτά, το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης παραμένει, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η έκθεση συνδέει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της οικονομίας από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση. Η πρόκληση, σύμφωνα με το Γραφείο, είναι η αναβάθμιση της ποιότητας και της παραγωγικότητας των επενδύσεων, με σταδιακή ενίσχυση της συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων στη θέση της δημόσιας και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.

Το ΓΠΚΒ καταλήγει ότι η δημοσιονομική σύνεση χρειάζεται να συνδυαστεί με επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας, αντί να στηρίζεται σε περικοπές αυτών των δαπανών.

Τελευταία Νέα