18.2 C
Athens
22 October - 2026

Σύνταξη και εργασία μαζί: Πόσα χρήματα κερδίζουν οι συνταξιούχοι και ποιες είναι οι κρατήσεις

Διαβάστε Επίσης

Η δυνατότητα να λαμβάνει κάποιος σύνταξη και μισθό ταυτόχρονα, χωρίς την παλαιότερη περικοπή του 30% στη σύνταξη, έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα για χιλιάδες ασφαλισμένους. Από την 1η Ιανουαρίου 2024, οι συνταξιούχοι που συνεχίζουν να εργάζονται μπορούν, κατά κανόνα, να εισπράττουν ολόκληρη τη σύνταξή τους, καταβάλλοντας όμως πρόσθετο πόρο υπέρ του e-ΕΦΚΑ, πέρα από τις συνηθισμένες ασφαλιστικές εισφορές.

Το νέο καθεστώς καθιστά οικονομικά ελκυστικότερη τη συνέχιση της απασχόλησης, ιδιαίτερα για όσους έχουν συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια ασφάλισης και δεν επιθυμούν να αποχωρήσουν οριστικά από την αγορά εργασίας.

Ωστόσο, το ποσό που τελικά μένει στην τσέπη του συνταξιούχου εξαρτάται από το ύψος του μισθού, τις ασφαλιστικές κρατήσεις, τον πρόσθετο πόρο και τη φορολογία του συνολικού εισοδήματος.

Πόσα χρήματα κρατά ο e-ΕΦΚΑ από τους εργαζόμενους συνταξιούχους;

Για τους συνταξιούχους που εργάζονται ως μισθωτοί και υπάγονται σε κύρια και επικουρική ασφάλιση, ο πρόσθετος πόρος διαμορφώνεται σε 7,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών για την κύρια ασφάλιση και σε 2,3% για την επικουρική ασφάλιση.

Όταν οι ασφαλιστέες αποδοχές είναι ίδιες και για τους δύο κλάδους, η συνολική επιβάρυνση φτάνει το 10% του μικτού μισθού.

Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος συνταξιούχος με μικτό μισθό 1.200 ευρώ καταβάλλει πρόσθετο πόρο 120 ευρώ τον μήνα, πέρα από τις κανονικές εργατικές εισφορές.

Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει επικουρική ασφάλιση, δεν εφαρμόζεται αυτομάτως το συνολικό ποσοστό του 10%.

Παράδειγμα: Τι εισπράττει συνταξιούχος με σύνταξη 1.000 ευρώ και μισθό 1.200 ευρώ;

Ένας συνταξιούχος που λαμβάνει 1.000 ευρώ μικτή σύνταξη και παράλληλα εργάζεται με 1.200 ευρώ μικτό μηνιαίο μισθό έχει συνολικό μικτό εισόδημα 2.200 ευρώ.

Εφόσον υπάγεται σε κύρια και επικουρική ασφάλιση με κοινή βάση υπολογισμού, ο πρόσθετος πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ ανέρχεται σε 120 ευρώ.

Έτσι, το συνολικό ποσό περιορίζεται στα 2.080 ευρώ, πριν όμως αφαιρεθούν οι υπόλοιπες ασφαλιστικές εισφορές, οι κρατήσεις της σύνταξης και ο φόρος εισοδήματος.

Επομένως, τα 2.080 ευρώ δεν είναι το καθαρό ποσό που θα καταλήξει στον τραπεζικό λογαριασμό του συνταξιούχου.

Αντίστοιχα, σε περίπτωση μερικής απασχόλησης με μικτό μισθό 600 ευρώ, ο πρόσθετος πόρος ανέρχεται σε 60 ευρώ. Από την εργασία απομένουν 540 ευρώ πριν από τις υπόλοιπες κρατήσεις και τη φορολογία.

Η μερική απασχόληση μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό συμπλήρωμα στη σύνταξη, αρκεί να συνυπολογίζονται και τα έξοδα που συνεπάγεται η εργασία.

Τι ισχύει για τους συνταξιούχους που είναι ελεύθεροι επαγγελματίες;

Διαφορετικός είναι ο τρόπος υπολογισμού για τους συνταξιούχους που συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Εφόσον δεν υπάγονται σε επικουρική ασφάλιση, ο πρόσθετος πόρος αντιστοιχεί στο 50% της εισφοράς του κλάδου κύριας σύνταξης της ασφαλιστικής κατηγορίας που έχουν επιλέξει.

Πρόκειται για επιβάρυνση που δεν υπολογίζεται ως ποσοστό επί του τζίρου ή των επαγγελματικών εσόδων, αλλά με βάση την εισφορά κύριας σύνταξης.

Για παράδειγμα, εάν η εισφορά του κλάδου κύριας σύνταξης ανέρχεται σε 185,09 ευρώ, ο πρόσθετος πόρος διαμορφώνεται σε 92,55 ευρώ μηνιαίως.

Το ποσό αυτό προστίθεται στις κανονικές ασφαλιστικές υποχρεώσεις του επαγγελματία.

Όσοι υπάγονται και σε επικουρική ασφάλιση αντιμετωπίζουν διαφορετικό υπολογισμό, με πόρο 40% επί της αντίστοιχης εισφοράς κύριας σύνταξης και 40% επί της επικουρικής εισφοράς.

Οι ασφαλιστικές κατηγορίες και τα ποσά των εισφορών αναπροσαρμόζονται, επομένως ο ακριβής υπολογισμός πρέπει να γίνεται με τα ισχύοντα δεδομένα του έτους.

Πώς φορολογούνται μαζί η σύνταξη και ο μισθός;

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τους εργαζόμενους συνταξιούχους είναι η φορολογία του συνολικού εισοδήματος.

Ο μισθός και η σύνταξη λαμβάνονται υπόψη στην ετήσια φορολογική εκκαθάριση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.

Ο εργοδότης παρακρατεί φόρο από τον μισθό, ενώ αντίστοιχη παρακράτηση πραγματοποιείται και στη σύνταξη. Ωστόσο, οι δύο παρακρατήσεις δεν εξασφαλίζουν απαραίτητα ότι έχει καλυφθεί ο φόρος που αναλογεί στο συνολικό ετήσιο εισόδημα.

Έτσι, ένας συνταξιούχος μπορεί να διαπιστώσει κατά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης ότι προκύπτει επιπλέον φόρος.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες απαιτείται ξεχωριστός υπολογισμός των φορολογητέων κερδών, των ασφαλιστικών υποχρεώσεων και των υπόλοιπων επιβαρύνσεων της δραστηριότητάς τους.

Ποιοι συνταξιούχοι κινδυνεύουν με πρόστιμο 12 συντάξεων;

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη δήλωση της απασχόλησης.

Οι συνταξιούχοι που εργάζονται υποχρεούνται, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, να δηλώνουν την εργασία τους στην ειδική ηλεκτρονική υπηρεσία του e-ΕΦΚΑ.

Η παράλειψη της δήλωσης μπορεί να οδηγήσει σε χρηματική κύρωση ίση με 12 μηνιαίες κύριες και επικουρικές συντάξεις.

Η υποχρέωση ισχύει και για όσους υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης ενώ συνεχίζουν να εργάζονται, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Η ενημέρωση του εργοδότη ή η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν αντικαθιστούν τη συγκεκριμένη δήλωση.

Πότε αναστέλλεται η σύνταξη λόγω εργασίας;

Παρά τη γενική δυνατότητα συνδυασμού σύνταξης και εργασίας, εξακολουθούν να υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται περιορισμοί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος που εργάζονται σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης πριν συμπληρώσουν το 62ο έτος της ηλικίας τους.

Στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται αναστολή της σύνταξης για όσο διάστημα συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, με την επιφύλαξη των ειδικών εξαιρέσεων που προβλέπει η νομοθεσία.

Επομένως, πριν από την ανάληψη εργασίας, απαιτείται έλεγχος του ασφαλιστικού καθεστώτος και του φορέα απασχόλησης.

Αυξάνεται η σύνταξη όταν ο συνταξιούχος συνεχίζει να εργάζεται;

Η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση μπορεί να οδηγήσει σε μελλοντική προσαύξηση της σύνταξης, όχι όμως εξαιτίας του πρόσθετου πόρου που καταβάλλεται στον e-ΕΦΚΑ.

Ο συγκεκριμένος πόρος είναι μη ανταποδοτικός και δεν δημιουργεί από μόνος του πρόσθετο συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Αντίθετα, ο ασφαλιστικός χρόνος που προκύπτει από τις κανονικές εισφορές κατά τη διάρκεια της απασχόλησης μπορεί να αξιοποιηθεί μετά τη διακοπή της εργασίας.

Για να υπολογιστεί η σχετική προσαύξηση απαιτείται υποβολή αίτησης, ενώ η καταβολή της αρχίζει από τον επόμενο μήνα της αίτησης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση δεν καταβάλλεται αυτόματα επειδή ο συνταξιούχος συμπλήρωσε ακόμη ένα έτος εργασίας.

Συμφέρει η συνταξιοδότηση με 40 χρόνια ασφάλισης και παράλληλη εργασία;

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ασφαλισμένους που έχουν συμπληρώσει 40 έτη ασφάλισης και διαθέτουν δικαίωμα συνταξιοδότησης.

Για αυτούς υπάρχουν διαφορετικές οικονομικές επιλογές: να συνεχίσουν αποκλειστικά την εργασία τους, να συνταξιοδοτηθούν διατηρώντας την επαγγελματική δραστηριότητα ή να αποχωρήσουν πλήρως από την αγορά εργασίας.

Η δεύτερη επιλογή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα συμφέρουσα, καθώς εξασφαλίζει ταυτόχρονη είσπραξη σύνταξης και εισοδήματος από εργασία.

Ωστόσο, το πραγματικό όφελος δεν προκύπτει από το απλό άθροισμα των δύο ποσών. Χρειάζεται να υπολογιστούν οι πρόσθετες εισφορές, η ετήσια φορολογία και οι πιθανές επιπτώσεις στο μελλοντικό ύψος της σύνταξης.

Το βασικό κριτήριο για κάθε ασφαλισμένο είναι πόσα επιπλέον καθαρά χρήματα θα έχει στη διάθεσή του σε ετήσια βάση, αλλά και πόσο χρόνο θα χρειαστεί να συνεχίσει να εργάζεται για να εξασφαλίσει αυτό το εισόδημα.

Τελευταία Νέα