Ο παρατεταμένος καύσωνας στην Ευρώπη προκαλεί ήδη απώλειες στις καλλιέργειες σιτηρών και αυξάνει την πίεση σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων. Οι επιπτώσεις αφορούν από τις ζωοτροφές και τα φυτικά έλαια έως τα γαλακτοκομικά, το κρέας, τις πατάτες, το κρασί και την μπίρα, ενώ η πλήρης επίδραση στις τιμές των καταναλωτών αναμένεται να φανεί σταδιακά.
Καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι και ηλίανθος περιλαμβάνονται στις καλλιέργειες που επηρεάζονται άμεσα από τις υψηλές θερμοκρασίες και την έλλειψη νερού. Η παρατεταμένη ξηρασία απειλεί επίσης την παραγωγή πατάτας, ντομάτας, σαλάτας, μήλων, σταφυλιών, ελιών και ρυζιού.
Οι δυσμενείς συνθήκες επηρεάζουν και την κτηνοτροφία. Η αύξηση του κόστους ζωοτροφών, μαζί με τη θερμική καταπόνηση των ζώων, μπορεί να συμπιέσει την παραγωγή γάλακτος, πουλερικών και άλλων προϊόντων ζωικής προέλευσης. Στην αλυσίδα των επιπτώσεων εντάσσονται ακόμη ο λυκίσκος, βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή μπίρας, καθώς και οι καλλιέργειες που τροφοδοτούν τη βιομηχανία κατεψυγμένης πατάτας.
Μειωμένη πρόβλεψη για την ευρωπαϊκή παραγωγή σιτηρών
Η COCERAL, η ευρωπαϊκή ένωση εμπορίου σιτηρών και ελαιούχων σπόρων, αναθεώρησε έκτακτα τον Ιούλιο τις εκτιμήσεις της για τη φετινή σοδειά. Η συνολική παραγωγή σιτηρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο υπολογίζεται πλέον σε 286,6 εκατ. τόνους.
Η πρόβλεψη αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 9 εκατ. τόνους σε σχέση με την εκτίμηση του Ιουνίου και κατά 23,4 εκατομμύρια τόνους έναντι της περσινής παραγωγής. Πρόκειται για τις πρώτες μετρήσιμες απώλειες που αποδίδονται στις ακραίες καιρικές συνθήκες.
Η Energy and Climate Intelligence Unit εκτιμά, με βάση τις τιμές παραγωγού, ότι η αρχική απώλεια αντιστοιχεί σε περίπου 2 δισ. ευρώ για τους Ευρωπαίους αγρότες. Μετά από καλύτερες εκτιμήσεις για χώρες που δέχθηκαν μικρότερη πίεση από τη ζέστη, όπως η Βουλγαρία, η καθαρή ζημιά υπολογίζεται κοντά στα 1,8 δισ. ευρώ.
Στην αποτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνονται οι ζημιές σε φρούτα, λαχανικά και κτηνοτροφική παραγωγή. Επομένως, το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα του καύσωνα στον ευρωπαϊκό αγροδιατροφικό τομέα παραμένει ανοιχτό.
Ελαιόλαδο και ρύζι υπό πίεση από ξηρασία και πυρκαγιές
Οι ελαιώνες στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία έχουν δεχθεί πλήγμα από πυρκαγιές, ενώ η στάχτη, οι υψηλές θερμοκρασίες και η περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού επηρεάζουν την ανάπτυξη, το μέγεθος και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελαιοκάρπου.
Στην Ισπανία, η ξηρασία μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρη πτώση των ελιών. Παρά τις τοπικές ζημιές και τον εμφανή κίνδυνο για τη νέα περίοδο, δεν υπάρχει ακόμη αξιόπιστη πανευρωπαϊκή πρόβλεψη για την παραγωγή ελαιολάδου που να διαχωρίζει με σαφήνεια την επίδραση του φετινού καύσωνα.
Ανάλογη αβεβαιότητα καταγράφεται στην αγορά ρυζιού. Η Ιταλία, ο μεγαλύτερος παραγωγός ρυζιού στην Ευρώπη, διαθέτει περίπου 235.000 εκτάρια καλλιεργειών. Πάνω από το 80% αυτών βρίσκεται στη βόρεια Ιταλία, σε περιοχές που εξαρτώνται από τη λεκάνη του ποταμού Πάδου.
Η λεκάνη του Πάδου βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο συναγερμού λόγω ξηρασίας. Ωστόσο, δεν έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι τώρα ασφαλής εθνική εκτίμηση για το ύψος των πιθανών απωλειών στην ιταλική παραγωγή ρυζιού.
Πότε μπορεί να περάσει η πίεση στις τιμές
Οι ζημιές στην παραγωγή δεν έχουν μεταφερθεί ακόμη στο σύνολό τους στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης. Τον Ιούλιο, οι τιμές σε τρόφιμα, αλκοόλ και καπνό αυξήθηκαν κατά 1,2% σε ετήσια βάση, ενώ στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα η ετήσια άνοδος διαμορφώθηκε στο 2,5%.
Η μετάδοση των επιπτώσεων εξαρτάται από το είδος του προϊόντος. Στα νωπά φρούτα και λαχανικά, οι ανατιμήσεις μπορούν να εμφανιστούν σε λίγες ημέρες, καθώς η προσφορά αντιδρά άμεσα στις ζημιές των καλλιεργειών.
Αντίθετα, στα σιτηρά, τις ζωοτροφές, το κρέας και τα γαλακτοκομικά, η επίδραση συχνά καθυστερεί για μήνες. Αποθέματα, εμπορικά συμβόλαια και εισαγωγές περιορίζουν προσωρινά τις άμεσες μεταβολές στις λιανικές τιμές.
Οι διεθνείς αγορές τροφίμων, πάντως, έχουν ήδη καταγράψει ανοδικές κινήσεις. Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO έφθασε τον Ιούλιο στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023. Σε μηνιαία βάση, οι τιμές των σιτηρών αυξήθηκαν κατά 3,4%, του σιταριού κατά 5,8%, των φυτικών ελαίων κατά 2% και της ζάχαρης κατά 5,6%.
Οι αυξήσεις αυτές δεν αποδίδονται αποκλειστικά στον ευρωπαϊκό καύσωνα. Ο πόλεμος, οι δυσκολίες στις μεταφορές και τις εξαγωγές μέσω της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και το ενεργειακό κόστος, επηρεάζουν επίσης τις διεθνείς τιμές.
Οι επιπτώσεις για την ελληνική αγορά τροφίμων
Για την Ελλάδα, η βασική οδός μετάδοσης των πιέσεων είναι οι ζωοτροφές και οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί η βιομηχανία τροφίμων. Η άνοδος στις διεθνείς τιμές σιτηρών μπορεί να επηρεάσει το κόστος παραγωγής σε κρέας, γάλα, τυριά και άλλα κτηνοτροφικά προϊόντα.
Πιέσεις ενδέχεται να προκύψουν και από τα φυτικά έλαια, τα εισαγόμενα λαχανικά και τις βιομηχανικές πατάτες. Η ένταση και η διάρκεια των επιπτώσεων θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της παραγωγής στην Ευρώπη, τα διαθέσιμα αποθέματα και τις συνθήκες του διεθνούς εμπορίου.
Για την εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου, κρασιού και κηπευτικών δεν υπάρχει προς το παρόν ενιαία και τεκμηριωμένη αποτίμηση των ζημιών που προκάλεσε ο φετινός καύσωνας. Οι τοπικές επιπτώσεις, ωστόσο, καταδεικνύουν ότι οι ακραίες καιρικές συνθήκες μετατρέπονται σε σταθερό παράγοντα κόστους για τη γεωργία, τη βιομηχανία τροφίμων, τις μεταφορές, την ενέργεια και τα νοικοκυριά.
