Με μια μεγάλη λίστα μειωμένων τιμών επιχειρεί η κυβέρνηση να απαντήσει στο μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της καθημερινότητας: την ακρίβεια που επιμένει, εξαντλεί τα εισοδήματα και έχει μετατρέψει την επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ σε άσκηση συνεχών περικοπών.
Από σήμερα, Δευτέρα 31 Αυγούστου, τίθεται σε εφαρμογή η νέα πρωτοβουλία μείωσης τιμών σε περισσότερους από 1.660 κωδικούς προϊόντων. Οι ανακοινωμένες μειώσεις κυμαίνονται από 5% έως 30%, καλύπτοντας τρόφιμα, προϊόντα καθημερινής διαβίωσης, είδη ιδιωτικής ετικέτας, κρέας και εκατοντάδες σχολικά είδη.
Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν περισσότερες από 90 προμηθευτικές εταιρείες, 12 αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τρεις αλυσίδες παιχνιδιών και σχολικών ειδών. Από το σύνολο, περίπου 900 είναι επώνυμοι κωδικοί, στους οποίους η μέση μείωση υπολογίζεται κοντά στο 7%. Περισσότερα από 450 σχολικά είδη μειώνονται κατά μέσο όρο περίπου 10%, ενώ στις ιδιωτικές ετικέτες και στους περίπου 60 κωδικούς κρέατος η μέση υποχώρηση κινείται λίγο πάνω από το 7%.
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Το δύσκολο, όμως, δεν είναι να ανακοινωθούν 1.660 μειώσεις. Είναι να αποδειχθεί ότι οι τιμές μειώνονται πραγματικά.
Το μεγάλο τεστ της αρχικής τιμής
Το πρώτο ερώτημα αφορά τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται κάθε έκπτωση. Άλλο είναι ένα προϊόν να πωλείται σταθερά προς τέσσερα ευρώ και να μειώνεται στα 3,60 και άλλο να εμφανίζεται ως μειωμένο από μία υψηλότερη ονομαστική τιμή, ενώ προηγουμένως διατίθετο σχεδόν μόνιμα σε προσφορά.
Η ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ λειτουργεί εδώ και χρόνια με ένα σύνθετο σύστημα προσφορών, εκπτωτικών κουπονιών και προωθητικών ενεργειών. Σε αρκετές κατηγορίες, η τιμή της ετικέτας δεν είναι εκείνη που τελικά καταβάλλει ο καταναλωτής. Επομένως, η ουσία δεν βρίσκεται στη σύγκριση με τον επίσημο τιμοκατάλογο, αλλά με την πραγματική τιμή πώλησης των προηγούμενων εβδομάδων.
Αν μια νέα «μόνιμη» μείωση απλώς αντικαθιστά μια προσφορά που ήδη ίσχυε, το επικοινωνιακό όφελος θα είναι μεγαλύτερο από το οικονομικό. Και αν μετά την ένταξη ενός προϊόντος στη λίστα περιοριστούν άλλες εκπτώσεις, ο καταναλωτής μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια μείωση που φαίνεται στο ράφι, αλλά όχι στον τελικό λογαριασμό.
Οι μεγάλες εκπτώσεις και η μέση πραγματικότητα
Η αναφορά σε μειώσεις έως 30% δημιουργεί προσδοκίες, αλλά η εικόνα διαμορφώνεται από τον μέσο όρο και όχι από τη μεγαλύτερη έκπτωση της λίστας. Στους περίπου 900 επώνυμους κωδικούς, η μέση μείωση υπολογίζεται σε περίπου 7%.
Αυτό σημαίνει ότι ένα καλάθι 100 ευρώ δεν γίνεται αυτομάτως 93 ευρώ. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε όλα τα προϊόντα του καλαθιού να βρίσκονται στη λίστα και να αγοράζονται στις συγκεκριμένες ποσότητες. Στην πράξη, το όφελος θα εξαρτηθεί από τις καταναλωτικές συνήθειες κάθε οικογένειας και από το πόσοι κωδικοί είναι πράγματι βασικά είδη ευρείας κατανάλωσης.
Μια οικογένεια δεν ψωνίζει «κωδικούς». Αγοράζει γάλα, κρέας, ψωμί, καφέ, απορρυπαντικά, βρεφικά είδη και σχολικά. Γι’ αυτό η επιτυχία της πρωτοβουλίας δεν θα κριθεί από τον συνολικό αριθμό των προϊόντων, αλλά από το βάρος που έχουν αυτά τα προϊόντα στον μηνιαίο προϋπολογισμό.
«Εθνική συμφωνία» χωρίς υποχρεωτικότητα
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος έχει χαρακτηρίσει την πρωτοβουλία «εθνική κοινωνική συμφωνία» για τη στήριξη των νοικοκυριών. Πρόκειται, όμως, για εθελοντική συμφωνία με την αγορά και όχι για υποχρεωτική μείωση των τιμών.
Αυτό δεν ακυρώνει τη χρησιμότητά της, δημιουργεί όμως δύο κρίσιμες ανάγκες, διαφάνεια και συνεχή έλεγχο. Το υπουργείο οφείλει να δημοσιοποιήσει ολόκληρη τη λίστα με σαφή σύγκριση προηγούμενης και νέας τιμής, αλλά και να παρακολουθεί την πορεία κάθε προϊόντος. Διαφορετικά, ο καταναλωτής θα βλέπει μια ειδική σήμανση στο ράφι χωρίς να μπορεί να γνωρίζει εάν πρόκειται για ουσιαστική αποκλιμάκωση ή για πρόσκαιρη εμπορική κίνηση.
Χρειάζεται επίσης απάντηση για τη διάρκεια των μειώσεων. Θα παραμείνουν οι χαμηλότερες τιμές και μετά τη ΔΕΘ ή θα επιστρέψουν όταν ολοκληρωθεί η πολιτική και επικοινωνιακή αξιοποίηση της πρωτοβουλίας;
Η ακρίβεια δεν είναι μόνο θέμα προσφορών
Οι μειώσεις είναι καλοδεχούμενες. Για ένα νοικοκυριό που μετρά ακόμη και τα λίγα ευρώ, καμία έκπτωση δεν είναι αμελητέα. Δεν μπορούν, ωστόσο, να υποκαταστήσουν μια συνολική πολιτική απέναντι στην ακρίβεια.
Το πρόβλημα βρίσκεται στους ασθενείς μισθούς, στο υψηλό κόστος ενέργειας, στις μεταφορές, στην περιορισμένη ένταση ανταγωνισμού και στους φόρους που επιβαρύνουν την τελική τιμή. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι πολλές αυξήσεις των προηγούμενων ετών έχουν ενσωματωθεί μόνιμα στην αγορά. Μια μείωση 7% δεν εξαφανίζει ανατιμήσεις που προηγήθηκαν και σωρεύτηκαν επί χρόνια.
Από σήμερα, επομένως, δεν δοκιμάζονται μόνο οι 1.660 τιμές. Δοκιμάζεται η αξιοπιστία της κυβέρνησης, η συνέπεια των επιχειρήσεων και η αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Το πραγματικό αποτέλεσμα δεν θα φανεί στις ανακοινώσεις ούτε στις ταμπέλες των ραφιών. Θα φανεί στην απόδειξη και κυρίως στο πόσα χρήματα θα έχουν απομείνει στο πορτοφόλι όταν τελειώσει ο μήνας.
