Διπλό θετικό σήμα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας έστειλαν οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης Scope Ratings και Moody’s, με δύο διαφορετικές κινήσεις που αναδεικνύουν τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.
Η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας από BBB σε BBB+, διατηρώντας τις προοπτικές σε σταθερές. Η νέα βαθμίδα τοποθετεί πλέον το ελληνικό αξιόχρεο στο υψηλότερο επίπεδο της κατηγορίας BBB και μόλις μία βαθμίδα πριν από την κατηγορία Α.
Την ίδια ώρα, η Moody’s αναθεώρησε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί ότι ο οίκος βλέπει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης του πιστωτικού προφίλ της χώρας, εφόσον συνεχιστούν η δημοσιονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Στο επίκεντρο η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους
Βασικός παράγοντας πίσω από την απόφαση της Scope είναι η ταχύτατη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Ο οίκος εκτιμά ότι το χρέος της Ελλάδας θα περιοριστεί περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ στο βασικό του σενάριο προβλέπει ότι θα συνεχίσει να υποχωρεί, φθάνοντας περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031.
Η αποκλιμάκωση δεν αποδίδεται μόνο στην ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας. Καθοριστικό ρόλο έχουν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας και η πολιτική πρόωρης αποπληρωμής χρέους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάρθρωση του ελληνικού χρέους. Περίπου το 70% βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα, ενώ η μέση σταθμισμένη διάρκεια αποπληρωμής ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη. Η μεγάλη διάρκεια των υποχρεώσεων και ο περιορισμένος βραχυπρόθεσμος κίνδυνος αναχρηματοδότησης λειτουργούν ως παράγοντες που ενισχύουν την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις αγορές. Παράλληλα, τα διαθέσιμα του Δημοσίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, παρέχοντας ένα σημαντικό απόθεμα ρευστότητας και πρόσθετη ασφάλεια στη διαχείριση του χρέους.
Ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις
Σημαντικό μέρος της αξιολόγησης της Scope αφορά τις δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας. Το 2025 η χώρα κατέγραψε γενικό δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ. Η επίδοση αυτή συγκαταλέγεται στις ισχυρότερες μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί βασικό παράγοντα για τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αύξηση των φορολογικών εσόδων και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Η Scope αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις μεταρρυθμίσεις της φορολογικής διοίκησης και στην ψηφιοποίηση των διαδικασιών, οι οποίες έχουν ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της είσπραξης των δημοσίων εσόδων.
Η ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης αποτελεί σημαντικό στοιχείο της δημοσιονομικής στρατηγικής, καθώς επιτρέπει τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τη βελτίωση των εσόδων χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά σε νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Ανθεκτικότητα και ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν παράλληλα τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στις εξωτερικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τη Scope, η πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το 2026 ο οίκος προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά περίπου 1,9%, ενώ για το 2027 αναμένει ρυθμό ανάπτυξης περίπου 1,7%.
Η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στον τουρισμό, στις επενδύσεις και στην εισροή ευρωπαϊκών πόρων. Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον εκτιμάται ότι βελτιώνουν σταδιακά τις προϋποθέσεις για υψηλότερες επενδύσεις και παραγωγικότητα.
Καταλύτης οι επενδύσεις και το Ταμείο Ανάκαμψης
Σημαντικό ρόλο στη μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας διαδραματίζουν οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 68,5% της συνολικής κατανομής των 35,95 δισ. ευρώ. Οι πόροι κατευθύνονται σε έργα και μεταρρυθμίσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ενέργεια, τις μεταφορές, την ψηφιοποίηση, την υγεία, την αγορά εργασίας και τις δεξιότητες.
Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών. Παράλληλα, η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το πρόγραμμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια.
Η Moody’s βλέπει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης
Η απόφαση της Moody’s να μετατρέψει το outlook της Ελλάδας από σταθερό σε θετικό κινείται στην ίδια κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο να αποτελεί άμεση αναβάθμιση της ίδιας της πιστοληπτικής βαθμίδας. Ο οίκος διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3, την οποία είχε αποδώσει στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2025, όταν η χώρα πέρασε στην επενδυτική βαθμίδα της Moody’s.
Στη νέα της αξιολόγηση, η Moody’s επισημαίνει ότι υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις πως η έμφαση στις διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις ενισχύει τη δημοσιονομική και οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας. Ο οίκος θεωρεί ότι μεγαλύτερη ανθεκτικότητα θα μπορούσε να στηρίξει υψηλότερους διαρθρωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να διευκολύνει τη συνέχιση της μακροχρόνιας διαδικασίας μείωσης του χρέους.
Πιερρακάκης: «Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σήμερα δύο φορές»
Τις αποφάσεις των δύο οίκων σχολίασε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, χαρακτηρίζοντάς τες σημαντικές σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως ανέφερε, οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι οι αξιολογήσεις αναγνωρίζουν τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας, τις δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την αύξηση των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής χρέους, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιονομική πρόοδος αξιοποιείται για την ταχύτερη μείωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου. Σύμφωνα με τη θέση της κυβέρνησης, η συγκεκριμένη πολιτική περιορίζει σταδιακά το βάρος του χρέους και ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Η επόμενη ημέρα μετά την αναβάθμιση
Η αναβάθμιση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από τη Scope Ratings δεν σημαίνει ότι εκλείπουν οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία. Αποτυπώνει, ωστόσο, την εκτίμηση ότι η χώρα διαθέτει πλέον μεγαλύτερη δημοσιονομική ανθεκτικότητα και ισχυρότερες δικλίδες ασφαλείας απέναντι σε εξωτερικές αναταράξεις, σε σχέση με το παρελθόν.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένων αβεβαιοτήτων, όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν υψηλές δαπάνες, γεωπολιτικές εντάσεις και τις επιπτώσεις διαδοχικών κρίσεων. Σε αυτό το περιβάλλον, μια υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση ενισχύει το επενδυτικό προφίλ μιας χώρας και μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την εμπιστοσύνη των αγορών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το κόστος και τους όρους χρηματοδότησης του Δημοσίου.
Η αναβάθμιση έχει, συνεπώς, τόσο οικονομική όσο και συμβολική διάσταση. Από τη μία πλευρά, αποτυπώνει τη σημαντική μεταβολή της εικόνας της Ελλάδας σε σχέση με την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης. Από την άλλη, συνδέεται με συγκεκριμένες επιδόσεις, όπως η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, οι πρόωρες αποπληρωμές και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.
Το επόμενο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι η διατήρηση αυτής της πορείας. Η αποκλιμάκωση του χρέους, η συνέχιση της ανάπτυξης, η ενίσχυση των επενδύσεων και η βελτίωση της παραγωγικότητας αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για τις μελλοντικές αξιολογήσεις. Παράλληλα, η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και της θεσμικής σταθερότητας παραμένει βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της βελτίωσης του πιστωτικού προφίλ της χώρας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το μήνυμα της Moody’s, η οποία, διατηρώντας την αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα Baa3, αναβάθμισε τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Η κίνηση αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας βελτίωσης της πιστοληπτικής αξιολόγησης στο επόμενο διάστημα, εφόσον συνεχιστούν η δημοσιονομική πειθαρχία, η μείωση του χρέους και η μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Scope, το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ η τάση αποκλιμάκωσης προβλέπεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που ενισχύουν το επιχείρημα για περαιτέρω βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας.
Οι επόμενες αξιολογήσεις
Ο κύκλος των αξιολογήσεων για την ελληνική οικονομία, πάντως, δεν ολοκληρώνεται με τις αποφάσεις της Scope και της Moody’s. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις επόμενες προγραμματισμένες αξιολογήσεις, με τον Standard & Poor’s να έχει προγραμματίσει την επόμενη έκθεσή του για τις 23 Οκτωβρίου 2026 και τη Fitch Ratings να ακολουθεί στις 6 Νοεμβρίου 2026.
Οι δύο αυτές ημερομηνίες αναμένεται να αποτελέσουν νέα σημεία αναφοράς για τις αγορές, καθώς οι οίκοι θα αξιολογήσουν την πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών, την εξέλιξη του χρέους, την αναπτυξιακή δυναμική και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. Για την ελληνική οικονομία, το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά η σταθερή βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών που μπορούν να οδηγήσουν, σταδιακά, σε υψηλότερες πιστοληπτικές κατηγορίες.
