Τα κόκκινα δάνεια και οι οφειλές που βρίσκονται πλέον σε τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης εξακολουθούν να αποτελούν μεγάλο «πονοκέφαλο» για χιλιάδες νοικοκυριά. Για έναν δανειολήπτη που αδυνατεί να εξυπηρετήσει κανονικά το χρέος του, οι βασικές επιλογές είναι ο εξωδικαστικός μηχανισμός, η απευθείας διαπραγμάτευση με τον πιστωτή, η προσπάθεια εφάπαξ εξόφλησης με έκπτωση και, όταν η υπόθεση έχει προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση, η εξέταση των διαθέσιμων δικαστικών ενεργειών.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, μία ρύθμιση που να συμφέρει όλους. Το ύψος του χρέους, το εισόδημα, η ακίνητη περιουσία, οι υπόλοιπες οφειλές και κυρίως το εάν έχουν ήδη κινηθεί διαδικασίες κατάσχεσης ή πλειστηριασμού μπορούν να αλλάξουν εντελώς τα δεδομένα.
Πότε αποτελεί λύση ο εξωδικαστικός μηχανισμός;
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να αντιμετωπίσει συνολικά διαφορετικές οφειλές ενός φυσικού προσώπου ή μιας επιχείρησης.
Ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να ρυθμιστούν χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και απαιτήσεις τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης.
Η αποπληρωμή των οφειλών προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς μπορεί να φτάσει έως τις 240 δόσεις, ενώ για χρηματοδοτικούς φορείς μπορεί, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να φτάσει έως τις 420 δόσεις.
Παράλληλα, υπάρχει δυνατότητα μερικής διαγραφής της οφειλής, όταν αυτό προκύπτει από τους όρους και τα οικονομικά στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πρόταση του εξωδικαστικού είναι αυτομάτως και συμφέρουσα. Ο οφειλέτης πρέπει να εξετάσει όχι μόνο τη μηνιαία δόση, αλλά και το συνολικό ποσό που καλείται να καταβάλει σε βάθος χρόνου.
Πότε μπορεί να συμφέρει περισσότερο μια απευθείας συμφωνία με τον servicer;
Η δεύτερη βασική επιλογή είναι η απευθείας διαπραγμάτευση με την τράπεζα ή τον servicer που διαχειρίζεται την απαίτηση.
Στο τραπέζι μπορούν να μπουν διαφορετικές λύσεις: χαμηλότερη μηνιαία δόση, μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής, διαφορετικό επιτόκιο, περίοδος μειωμένων καταβολών ή ακόμη και διαγραφή μέρους του χρέους, εφόσον υπάρξει σχετική συμφωνία.
Η βασική διαφορά είναι ότι η διμερής ρύθμιση αφορά τον συγκεκριμένο πιστωτή.
Έτσι, εάν κάποιος χρωστά ταυτόχρονα σε servicer, Εφορία και ΕΦΚΑ, η συμφωνία για το δάνειο δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα των υπόλοιπων οφειλών. Για αυτές θα πρέπει να αναζητηθεί ξεχωριστή λύση.
Αντίθετα, όταν το βασικό οικονομικό πρόβλημα του οφειλέτη είναι ένα συγκεκριμένο δάνειο, η απευθείας διαπραγμάτευση μπορεί να αποτελέσει επιλογή που αξίζει να εξεταστεί παράλληλα με τον εξωδικαστικό.
Μπορεί να γίνει «κούρεμα» του κόκκινου δανείου;
Το «κούρεμα» της οφειλής είναι ένα από τα ζητήματα που ενδιαφέρουν περισσότερο τους δανειολήπτες. Δεν υπάρχει, όμως, ένα ενιαίο ποσοστό διαγραφής που να ισχύει για όλους.
Ιδιαίτερη περίπτωση είναι ο οφειλέτης που διαθέτει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και μπορεί να προτείνει εφάπαξ εξόφληση.
Μια τέτοια πρόταση μπορεί να αποτελέσει βάση για διαπραγμάτευση έκπτωσης επί της συνολικής απαίτησης. Το ύψος της ενδεχόμενης μείωσης εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης, τις εξασφαλίσεις του δανείου, την οικονομική εικόνα του οφειλέτη και τη στάση του πιστωτή.
Επομένως, το «κούρεμα» δεν αποτελεί δεδομένο δικαίωμα του δανειολήπτη ούτε υπάρχει προκαθορισμένη έκπτωση που μπορεί να απαιτήσει.
Τι αλλάζει όταν έχει ξεκινήσει κατάσχεση ή πλειστηριασμός;
Πολύ πιο πιεστική γίνεται η κατάσταση όταν η υπόθεση έχει περάσει στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Εάν έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, έχει επιβληθεί κατάσχεση ή έχει ήδη οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού, ο διαθέσιμος χρόνος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί τόσο η δυνατότητα άμεσης συμφωνίας με τον πιστωτή όσο και η δικαστική οδός, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Μπορούν να ελεγχθούν η διαταγή πληρωμής, η διαδικασία της κατάσχεσης, οι κοινοποιήσεις και γενικότερα οι πράξεις που έχουν προηγηθεί. Εάν εντοπιστούν νομικά ζητήματα, εξετάζεται κατά περίπτωση η άσκηση των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων.
Η ύπαρξη πλειστηριασμού, πάντως, δεν σημαίνει ότι αυτός αναστέλλεται αυτομάτως επειδή ο οφειλέτης επιθυμεί να προχωρήσει σε ρύθμιση. Γι’ αυτό και η έγκαιρη αντιμετώπιση της υπόθεσης είναι κρίσιμη.
Μπορεί ένα κόκκινο δάνειο να έχει παραγραφεί;
Ένα ακόμη ζήτημα που εμφανίζεται σε παλαιές οφειλές είναι η παραγραφή της απαίτησης.
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο με βάση το πότε σταμάτησε ο δανειολήπτης να πληρώνει. Χρειάζεται να εξεταστεί ολόκληρο το ιστορικό της υπόθεσης, καθώς δικαστικές ή άλλες ενέργειες που έχουν μεσολαβήσει μπορεί να επηρεάζουν την παραγραφή.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται έλεγχος των κοινοποιήσεων, των απαιτήσεων του πιστωτή, πιθανών δικαστικών ενεργειών και συνολικά του φακέλου της οφειλής.
Αντίστοιχα, όταν έχει προγραμματιστεί πλειστηριασμός, μπορεί να εξεταστεί και η τιμή πρώτης προσφοράς του ακινήτου, εφόσον υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για σχετική δικαστική ενέργεια.
Τι προβλέπει η πρόταση για επαναγορά του δανείου από τον οφειλέτη;
Στη συζήτηση για τα κόκκινα δάνεια έχει επανέλθει και η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη δυνατότητα του ίδιου του δανειολήπτη να αγοράζει την οφειλή του πριν αυτή μεταβιβαστεί σε fund.
Η πρόταση αφορά ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία της αγοράς προβληματικών δανείων: τη δυνατότητα του οφειλέτη να έχει ενεργότερο ρόλο πριν η απαίτηση αλλάξει χέρια.
Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο για τα δάνεια που έχουν ήδη μεταβιβαστεί ή τιτλοποιηθεί, καθώς βρίσκονται πλέον ενταγμένα σε χαρτοφυλάκια απαιτήσεων και η διαχείρισή τους γίνεται από servicers.
Τι αλλάζει στη συζήτηση για τους servicers;
Στο επίκεντρο παραμένει και η συμπεριφορά των εταιρειών διαχείρισης απέναντι στους δανειολήπτες.
Η συζήτηση αφορά τόσο την ανάγκη αποτελεσματικότερου ελέγχου όσο και την επιβολή ουσιαστικών κυρώσεων όταν διαπιστώνονται παράνομες ή καταχρηστικές πρακτικές.
Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα των αποζημιώσεων όταν αποδεικνύεται ότι οφειλέτης έχει υποστεί συγκεκριμένη ζημία εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς.
Ποια λύση συμφέρει τελικά τον οφειλέτη;
Η απάντηση εξαρτάται κυρίως από το είδος του χρέους και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση.
Ο εξωδικαστικός μπορεί να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν υπάρχουν πολλές διαφορετικές οφειλές και απαιτείται συνολική αντιμετώπισή τους. Η απευθείας συμφωνία μπορεί να εξεταστεί όταν το βασικό πρόβλημα βρίσκεται σε έναν συγκεκριμένο πιστωτή, ενώ η εφάπαξ καταβολή αποκτά ενδιαφέρον όταν υπάρχει διαθέσιμη ρευστότητα και περιθώριο διαπραγμάτευσης.
Όταν, αντίθετα, έχει ξεκινήσει η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, οι χρόνοι περιορίζονται και ο έλεγχος της υπόθεσης πρέπει να γίνει άμεσα.
Το βασικό λάθος είναι να εξετάζεται αποκλειστικά το ύψος της νέας μηνιαίας δόσης. Το συνολικό ποσό αποπληρωμής, η διάρκεια της ρύθμισης, το πιθανό «κούρεμα», η αξία της περιουσίας και η δυνατότητα συνεπούς καταβολής των δόσεων είναι αυτά που καθορίζουν εάν μια συμφωνία αποτελεί πραγματική λύση ή απλώς μεταθέτει το πρόβλημα για αργότερα.
