Τα διπλά ένσημα δεν οδηγούν για όλους στο ίδιο συνταξιοδοτικό όφελος. Η ημερομηνία κατά την οποία υπήρχε η παράλληλη ασφάλιση καθορίζει αν ο ασφαλισμένος θα λάβει προσαύξηση στη σύνταξη ή αν οι επιπλέον εισφορές θα αυξήσουν τις συντάξιμες αποδοχές του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διαφορά μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 300 ευρώ τον μήνα.
Πώς υπολογίζεται η παράλληλη ασφάλιση έως το 2016;
Για όσους είχαν ταυτόχρονη ασφάλιση σε δύο πρώην Ταμεία έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016, ο χρόνος αυτός μπορεί να μετατραπεί σε προσαύξηση της κύριας σύνταξης. Η ρύθμιση αφορά ασφαλισμένους που συνταξιοδοτήθηκαν από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά, αλλά και όσους πρόκειται να καταθέσουν αίτηση συνταξιοδότησης στο μέλλον.
Η προσαύξηση συνδέεται με τα έτη της παράλληλης ασφάλισης, τις εισφορές που καταβλήθηκαν στον δεύτερο φορέα και τις συντάξιμες αποδοχές. Ενδεικτικά, η προσαύξηση υπολογίζεται κοντά στο 1,5% των συντάξιμων αποδοχών για κάθε έτος παράλληλης ασφάλισης.
Ασφαλισμένος με 10 χρόνια παράλληλης ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 1.000 ευρώ μπορεί να δει αύξηση περίπου 150 ευρώ μηνιαίως. Αντίστοιχα, σε 15 χρόνια παράλληλης ασφάλισης και με υψηλότερες εισφορές, το πρόσθετο ποσό μπορεί να πλησιάσει ή να υπερβεί τα 300 ευρώ.
Ποιοι δικαιούνται την προσαύξηση;
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, για παράδειγμα, εργαζόμενοι που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και διατηρούσαν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα με ασφάλιση στο πρώην ΤΕΒΕ, στο ΤΣΜΕΔΕ ή σε άλλο Ταμείο.
Παράλληλη ασφάλιση 15 ετών, με εισφορές περίπου 300 ευρώ τον μήνα στον δεύτερο φορέα, μπορεί ενδεικτικά να οδηγήσει σε προσαύξηση έως περίπου 338 ευρώ. Το τελικό ποσό δεν είναι ενιαίο, καθώς εξαρτάται από το ατομικό ασφαλιστικό ιστορικό κάθε δικαιούχου.
Τι ισχύει για τα διπλά ένσημα από το 2017;
Από την 1η Ιανουαρίου 2017, με την έναρξη του ΕΦΚΑ, ο μηχανισμός άλλαξε. Η παράλληλη εργασία δεν δημιουργεί έναν δεύτερο αυτοτελή χρόνο ασφάλισης, όπως συνέβαινε με τα παλαιά Ταμεία. Οι εισφορές από τις διαφορετικές δραστηριότητες συνυπολογίζονται για να αυξήσουν τις συντάξιμες αποδοχές.
Ένας μισθωτός που εργάζεται ταυτόχρονα και ως ελεύθερος επαγγελματίας καταβάλλει εισφορές και από τις δύο δραστηριότητες. Οι εισφορές αυτές προστίθενται στη βάση υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης. Το ίδιο ισχύει για μισθωτούς που απασχολούνται παράλληλα σε δύο εργοδότες, καθώς και οι δύο μισθοί λαμβάνονται υπόψη.
Πόσο ανεβαίνει η σύνταξη μετά το 2017;
Ασφαλισμένος με μισθωτές αποδοχές 1.200 ευρώ και παράλληλη αυτοαπασχόληση, από την οποία προκύπτουν επιπλέον συντάξιμες αποδοχές 280 ευρώ, φτάνει σε συνολική βάση 1.480 ευρώ.
Σε ορίζοντα 37 ετών ασφάλισης, η διαφορά στην ανταποδοτική σύνταξη μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στα 119 ευρώ τον μήνα, σε σχέση με την αποκλειστική μισθωτή απασχόληση. Αν οι συνολικές συντάξιμες αποδοχές φτάνουν τα 2.640 ευρώ, το μηνιαίο όφελος μπορεί να ανέλθει περίπου στα 280 ευρώ.
Ποιοι είναι οι χαμένοι από την παράλληλη ασφάλιση;
Σε δυσμενέστερη θέση βρίσκονται οι ασφαλισμένοι που αποχώρησαν πριν από τις 13 Μαΐου 2016. Για αυτούς δεν εφαρμόζεται η μεταγενέστερη προσαύξηση του παράλληλου χρόνου.
Για να προκύψει δεύτερη σύνταξη απαιτούνται τουλάχιστον 16 έτη παράλληλης ασφάλισης. Με λιγότερα έτη, ο παράλληλος χρόνος δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πρόσθετη σύνταξη.
Χωρίς ξεχωριστό όφελος μπορεί να μείνουν και όσοι έχουν περισσότερες από μία επαγγελματικές δραστηριότητες, αλλά υπάγονται στην ίδια ασφαλιστική ιδιότητα και δεν καταβάλλουν πρόσθετες εισφορές. Δύο επαγγέλματα, δηλαδή, δεν σημαίνουν απαραίτητα και δύο ασφαλιστικά «πορτοφόλια».
Η ουσία είναι ότι τα διπλά ένσημα αποκτούν αξία μόνο όταν συνοδεύονται από πραγματικές επιπλέον εισφορές. Τα έτη παράλληλης ασφάλισης, η ημερομηνία υπαγωγής, οι αποδοχές και το ύψος των εισφορών είναι τα στοιχεία που καθορίζουν το τελικό κέρδος στη σύνταξη.
